Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

10 χρόνια πριν

Jaguar (1998)

Άγριος καιρός ,βάρβαρος

Με στοιχειωμένα δέντρα στους δρόμους

Φυσάει αέρας αχνός

Παράξενοι άνθρωποι στις άκρες του πεζοδρομίου

Ύπουλος καιρός σημαδεμένος

Ηρεμία αρρώστιας μυρίζει η πόλη

Χυμένα σκουπίδια μαζί με νερά από τα λούκια

Άγριες μέρες βάρβαρες

Τίποτα δεν κουνιέται

Σε πρώτο πλάνο η πλατεία με τις μάζες

Περιμένουν λες ,αυτή την αίσθηση

Ακινησίας παρά το τσουχτερό χάδι της ασφάλτου

Σαν κάτι να συμβαίνει και χωλαίνουν διστακτικά οι ρόδες των αυτοκινήτων

Θόρυβοι σαν σιωπές στα υπόγεια

Εξάτμιση που χάλασε και σέρνεται στο χώμα

Ήχος πνεύμονα που ασθμαίνει την πίσσα

Παραείναι γεμάτα για να είναι ολόκληρα

Περιμένουν την έκρηξη

Φλόγα φωτιά ,τσιμέντο ,ιδέα

Πίσσα ,αγρίμια ξεσκίστε τη νύχτα ουρλιάξτε

Όνειρα πορφυρά αρπάξτε ρομφαία

Σπάστε τη νίκη αυτών συντρίμμια κομμάτια

Ρίξτε παλάτια φτιάξτε καλύβια ωραία

Φυσήξτε να φύγει η σκόνη

Που κάθισε πάντα

Ρίξτε νερό να ξεπλύνει την άδικη νύχτα

Χλωμά περιστέρια ξυπνήστε και δώστε τα χέρια

Μικρέ ιαγουάρε κοιμάσαι μα δεν τους φοβάσαι

Πέρασαν μέρες πολλές ίσως να ‘ναι και χρόνια

Άγρια νύχτα στο βόρβορο και μες στη λάσπη

Ήσυχες μέρες κουφές μαριονέτες μιλούσαν

Έλεγαν πως αυτή η στιγμή είναι να ‘ρθει

Και θα ‘ρθει

Κι αν το σκεφτείς

Γιατί ζούμε που ζούμε πως ζούμε

Πίσω από οθόνες βιτρίνες τρελή ομοιότης

Παίρνουν φωτιά από εκεί ,Προμηθέας Δεσμώτης

Ξέρουν να ευγνωμονούν

Ξέρουμε να αγαπούμε

Μικρέ Ιαγουάρε ξυπνάς

Θέλουμε ,Διεκδικούμε

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

somethinlikepoetry ...old and new stuff

Όσο υπάρχει ένας καφές (Οκτώβριος 2007)

Όσο υπάρχει καφές

Θα υπάρχουν συλλαβές

Που ειπώνονται χαμηλά

Με σιγανή ρουφηξιά ,απαλά

Όσο υπάρχει καφές

Θα υπάρχουν Κυριακές

Χαμένες ζωές ,κούφιες αναστολές

Παξιμάδι βουτημένο στο χτες

Όσο υπάρχει καφές

Ένα βουητό από μηχανές

Παρασέρνουν τις οσμές

Ανήλιαγες πόλεις, ενοχές

Όσο υπάρχει ένας καφές

Μπορείς σαν άλλοτε να λες

Ο πόνος θέλει αντοχές

Ανταλλαγές και προσμονές

Μια ηλιαχτίδα στην αυλή

Όσο κρατάει ο καφές

Υποθαλάσσιες στοές

Υπέργειες αναδομές

Χέρι στο χάδι και καφές

Τραυματισμένες εξοχές

Το κομοδίνο , ο μπουφές

Το σκρίνιο έπιασε φωτιές

Όσο υπάρχει ένας καφές

Κάτι χτυπάει το παράθυρο

Κάτι σαν τείνει προς το άπειρο

Κουτσά ,νωθρά ,ανάπηρο

Όσο υπάρχουν ευωδιές

Που αναδίδει ο καφές

Σφάλισαν δάκρυα

Πλήττουν τα μάτια οι στιγμές

(Όταν γνωρίζεις με βεβαιότητα

πως ο καφές κινεί μια ανθρωπότητα

αναζητώντας αυτή την ιδιότητα

που φέρνει ανοιχτές ψυχές)

Μέσα στο σκούρο του ζουμί

Αναμοχλεύονται οι στεναγμοί

Οι σκέψεις που δεν είχες πει

Η τρέλα παίρνει λογική

Το βάρος κάνει σχετικό

Και όμορφο τον ουρανό

Και τον ανήμπορο καιρό

Σημάδι στο μηδενικό

Μέσα στο μαύρο του χωρεί

Ο κόσμος κι όσα έχεις δει

Μια λέξη άγρια και πεζή

Μια ανοησία, μια σιγή ,λυτρωτική

Όσο υπάρχει καφές

Θα κινώ τα νήματα

Της ζωής τα σκιρτήματα

Για ότι αξίζει μηνύματα

Θα τεντώνω τις χορδές του είναι

Να τις ξεπλένω με καφέ

Και μες στο μπλε

Θα χύνομαι διαλυμένος

Στο κατακάθι σκοτεινό ,κακό

Θα αφήνω όλο το σωρό

Και θα ρουφώ στην επιφάνεια

Μέσα σε άγνωστα λιμάνια

Με γνωστικούς τους ναυτικούς

Σε καρεκλάκια καθιστούς

Καφέ ρουφώντας , αναπολώντας

Τους ωκεανούς

(Μάρτιος 1999)

Ρούχα απλωμένα στις βεράντες

Αυτιά που ξεκουφάθηκαν

Απ’ των βοών τις μπάντες

Τσιμέντο , χώμα ,άμμος , υλικά

Μιας επινόησης που δε λογαριάζει

Το μετά

Σφήνωσε το χέρι στις χαραμάδες

Σε βλέπουν άχρωμες κυράδες

Να φτύνεις πάνω στα πλακάκια

Πίσσα και θειάφι τις οσμές

Στο κορμί σου μπαίνει κρύο

Δεν σου φτάνει

Η μορφή του δίσκου εκεί ψηλά

Σερβίρονται και ανήθικα και ξένα και σωστά

Συμπλήρωμα διαίτης και έλεγχος μετά

Απολωλός ,αμαρτωλός , όλα διαδικαστικά

Ηλεκτρομαγνητικές μονάδες

Αυτόφυτα και Παραφυάδες

Περιττές βρισιές και άσχημες λιακάδες

Άσιμες μέρες ,χίμαιρες και μαινάδες

Σε ποιον ορίζοντα ορίζονται

Στιμένες λέξεις ,καμινάδς

Ρίζες πολλές για να ριζώσει

Και το νερό στιφό

Εύχεσαι να μη μαραζώσει

Όλο αυτό που έρχεται σε αντίθεση

Αντίθετα τα θες για να σε σώσει

Το αύριο ας μη σε προδώσει

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

(Κάπου , κάποτε σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό...)

Διάλεξες τη λεωφόρο που οδηγεί εκτός.Η ταχύτητα συνεπαίρνει , η μηχανή μουγκρίζει ,

η αντανάκλαση του ήλιου πάνω στο τζάμι , άφθονη ενέργεια , η μαγευτική έρημος

του Κολοράντο απλώνεται νωχελική στις ρόδες ,η μυρωδιά των καμένων λάστιχων στην άσφαλτο.

Ή μήπως έχεις μπει στις στροφές , στο δρόμο για Θεσσαλονίκη , δίπλα στα χιονισμένα διαχωριστικά του δρόμου , με το ΝτεΣεΒω να τρέμει από το διαπεραστικό κρύο ,αναζητώντας το παλιό κάθισμα ενός μπαρ και ένα ζεστό ποτό στον ουρανίσκο ,προάγγελο νέων ανεξιχνίαστων μηνυμάτων που σημαδεύουν το νυχτερινό σκοτάδι ;

Τι σημασία έχει ο τόπος ...

Για όσους είναι ON THE ROAD σε πραγματικές ασφάλτους ή σε φανταστικούς ονειρόδρομους.

Τι ήρθε , τι χάθηκε , αυτό που αν πέρασε ,όλα μέσα σ 'ενα παιχνίδι απ 'αυτά που κρατά το μωρό στα πρώτα του βήματα κατνόησης του γύρω χώρου.Αρκέι μια τόσο απλή , άδολη , αμαθής κίνηση , για να περιφερθούν όλα αυτά που κρύβει μέσα στα δάχτυλα του , να στροβιλιστούν και να ξαναπέσουν σε μια γλυκιά διαδικασία προσμονής .

Τι ήρθε ,τι χάθηκε

αν πέρασε αυτό που πέρασε ...

Η ώρα της χαλάρωσης.Μυστικός δορυφόρος έστειλε αναμεταδιδόμενο μήνυμα από το υπερπέραν που κανείς δεν έχει τη διάθεση να παραβεί , εκτός θέλησης .

Λες και τώρα άρχισε η τροχιά του κόσμου και όλα αρχίζουν να ξεδιαλύνονται , οι ουσίες και η πεμπτουσία αφιερωμένες στην υπηρεσία του απλού , μοιρασμένες σε χιλιάδες μικροσκοπικές λάμψεις να φωτίζουν κάυι προηγουμένως σκοτεινό και αβυσσαλέο.Είδες πόσο εύκολο ήταν.

Μέχρι να ξεκινήσει η επόμενη αντίστροφη μέτρηση ,χαιρετήστε το καινό.

Ή καλύτερα πιείτε κάτι για όλους μας .Στην υγειά μας ...

Και ύστερα είναι και κείνα τα βράδια πού βγάζεις από το συρτάρι τους δικούς σου βιοτόπους , μη προστατευόμενους από κάποια συνθήκη ,μόνο σαν απροσπέλαστα

και άβατα για τους υπόλοιπους που θα κοιτάξουν απορημένοι , οι ήχοι εκλύονται , οι σκέψεις παραμερίζονται , τα θαύματα λαμβάνουν χώρα ,σε μια χώρα ,σε ένα χώρο σε μια στάση τρένων από σταθμό χρόνια εκτός λειτουργίας , αλλά λες και ακούγεται ακόμα η βοή του παρελθόντος.Έλα γερο MOBY εσύ τα ξέρεις καλύτερα κι ο καθένας καλύτερα από το δημιουργό τους.

Καθισμένος στον ψηλότερο βράχο του νησιού.Πίσω , τα απόκρημνα βράχια .Εμπρός απλώνεται αχανής , μυστήρια ανεξερεύνητη , η υδάτινη επιφάνεια .

Ώς εκεί που φτάνει το μάτι.

Ώς εκέι που φτάνει το δεός , το πάθος για το άγνωστο, το ανέκαθεν νέο , η χάρη της διαδοχής .Μια ζωή απλωμένη , ξετυλιγμένο χαλί , ακέντητο ακόμα , επίπεδο και απλησίαστο .

Γνωρίζεις οτι θα περπατήσεις επάνω για να χαράξεις τις δικές σου γραμμές , ευθείες , καμπύλες ,γωνίες και ακαθόριστα σχήματα ,υφαίνοντας το ολόδικο σου σχέδιο , μοναδικό και ανεπανάληπτο στη φθορά του χωροχρόνου.

Ήρθε όμως η ώρα της επιστροφής .

'Ηδη απομακρυνόμενος ,διαπιστώνεις πως ξεκίνησε κιόλας , η διαδικασία της ύφανσης , της περιήγησης , που σήμανε αναπάντεχα πριν λίγο εμπρός στα μάτια σου.

Ας μην καλογυαλιστεί αυτή η νύχτα .

Ας την αφήσουμε να ξεδιπλωθεί αργά , μόνη , λιτή, απέριτη , απαλλάγμένη από τα χιλίαδες ιδιότυπα μοτίβα που την περιβάλουν ,έως τον ερχομό της.

Απελευθερωμένη από τη σύγχρονη ματαιότητα της ύπαρξης .Από αυτό που προτείνεται ή προστάζεται.

Να ερωτοτροπεί με το γήινο φλοιό.

Δεν μας αφορούν τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα .

Μόνο η νύχτα.Να αυτοαναιρεθεί, να αμφισβητητθεί. Όπως κάθε άλλη.

Κατάπινε την έρημο σαν τα χαπάκια που έπαιρνες για να αποφύγεις τον πρωινό πονοκέφαλο από το hangover της προηγούμενης βραδιας.

Ρουφούσε το χυμό από τα φυτά της άνυδρης γης λαίμαργα ,σαν μεθυσμένος που βρήκε ακόμα μια γουλιά ουίσκι στο αδειανό μπουκάλι , δίπλα στο μικρό τραπεζάκι με τα γεμάτα αποτσίγαρα και τα αναποδογυρισμένα καλύματα της θλιψης που γινόταν σιγά σιγά ένα ελαφρύ αεράκι ανάμεσα στους αιώνιους βράχους , τις σκληρές εκτάσεις , την έκσταση της στιγμής , τη περιπλάνηση στα άγνωστα φαράγγια τους εσωτερικού χώρου.

Άντε , τι περιμένεις , φέρε ακόμα μια μπύρα !

Το νέο προσπαθεί απεγνωσμένα να καταλάβει τη θέση του προηγούμενου

σ 'ένα θάλαμο γεμάτο συνωστισμένες μελωδίες ,

αρώματα , κινήσεις μορφασμούς ,

κι ατελειωτες παύσεις σιωπής .

Στο σταθμό , η αμαξοστοιχία

αναμένει άλλον ένα

απρόσκλητο επιβάτη ,

μόνο που αυτή τη φορά η

κίνηση προς τα εμπρός είναι αδύνατη.

Κάπου πέρα , διαγράφεται η έρημος και

ο ασυναίσθητος ήχος ορμητικών κυμάτων .

Η νύχτα καταβροχθίζει το φως ,

όλα μετατρέπονται σε αμφιβολία.

Ένας περαστικός κοιτάει το βαρύ ,

παλιό ρολόι

που κρέμεται πάνω από το σταθμό.

Πόσο αργεί η λύτρωση ;

Το προηγούμενο ήταν το ήδιστον.

Αυτό που θα επακολουθήσει αποκτά το γλυκόπικρο άρωμα περασμένης νύχτας.

Συγκρούεται με τις υποσχέσεις που δημιουργήθηκαν άθελα τους , το ραντεβού που επανεκδόθηκε , τις τεχνηέντως ηθελημένες υποχρεώσεις ..

Πόσο μάταιο μέσα στον κύκλο του καθιερωμένου , ανάμεσα στις συγκινήσεις του έναστρου ουρανού , του μικρού γαλαξία που μας περιέβαλλε , απειροελάχιστα σωματίδια κοσμικής ύλης .

'Η μήπως ατομικής ; Ένα ταξίδι στο υπερπέραν , χωρίς την παραμικρή προσπάθεια ή κατανάλωση ενέργειας.

Προσδεθείτε εσώτερα

ή ,

προτιμότερο ,

αφεθείτε .

Θα σε πιάσω μια μέρα να κυνηγάς τα σύννεφα , να με ρωτάς τι χρώμα έχουν , τι σχήματα παίρνουν πριν την οριστική τους πτώση στο έδαφος.

Και θέλω να δω την έκφραση του προσώπου σου όταν σου πως

τελείως φυσικά οτι δεν υπάρχουν , οτι αποτελούνται από την ένωση

του Υδρογόνου με το Οξυγόνο ,

οτι ο λογος που κινούνται εκεί πανω άπτεται μόνο

σε προβληματισμούς επιστημόνων της Φυσικής ,

που παρατηρούν με ολοένα και πιο αυθάδες μάτι την ύπαρξη τους

στη στερεότητα αυτής της αντίρροπης ύπαρξης δυνάμεων.

Οτι τα σύννεφα είναι πλέον η ειδικότης τους και κανείς δεν κοιτά προς τα πάνω , αυτή η κίνηση είναι εδώ και χρόνια αντιδεοντολογική.

Τότε ίσως να με κοιτάξεις και να μου πεις .

-Εμείς που πήγαμε ;

Μουσικά ηχοτοπία .

Τοποι στους οποίους βρίσκει καταφύγιο η ανομολόγητη έκφραση του είναι.

Όχι μόνο αυτό.

Εδάφη νέα , απάτητα , ανεξερεύνητα , δυσθεώρατα σε σύγκριση με τον εδαφικό περιορισμό της διαμετρούμενης επιφάνειας .

Ελαχιστότατες εκλύσεις συναισθήσεων ,

χημικών αντιδράσεων

που δεν υπακούουν στις γνώριμες επιστημονικές επιδιώξεις.

Με τι να σημαίνεται η ύπαρξη ...

Με φωνές , με ψιθύρους , με τυμπανοκρουσίες , με ήχους σερνόμενους στο γρασίδι ,

με μικρά ρυάκια που ενώνονται σε μικρούς χειμάρους ,

προχωρούν στον ποταμό και ξεβράζονται στην απεραντότητα της θάλασσας !

Με ένα άσπιλο χαμόγελο , ή την ηλιαχτίδα μιας νέας μέρας

ένα ερωτικό χάδι ή μια στάλα βοχής στο ημίφως.

Όχι , όχι , ας το αφήσουμε καλύτερα .

Έχει καιρό ,

χρόνο να απασχολήσει .

Κάπου σ' ενα σημείο του κόσμου προσγειώνεται ένας πρώην ιπτάμενος δίσκος.

Λίγο πιο πέρα ένας ασθενής υποβάλεται σε μεταμόσχευση καρδιάς.

Ένας περαστικός κολημένος στο τζάμι λιγουρεύεται τα γλυκά του ζαχαροπλαστείου στη γωνία.

Κάποιος πήρε το δρόμο χωρίς επιστροφή , ενώ δίπλα του πηγαινοέρχεται

ο σωρός των άνανδρων οχημάτων ,

σαν τηλεκατευθυνόμενα θα έλεγες ,

να πάνε ,

να έρχονται ,

να σταματούν στο πρώτο

κόκκινο φανάρι .

Ο άλλος με το μαύρο τζην παντελόνι μόλις κατόρθωσε να διαβεί τον πολύσύχναστο δρόμο πατώντας και σβύνοντας το τσιγάρο

που μόλις πριν κρατούσε , γνωρίζοντας οτι ήταν το τελευταίο.

Η ξανθή τύπισσα δίπλα του ,κάτι σκέφτηκε , χαμογελάει , όχι για πολύ .

Σε λίγο θα φύγει ...

Καθισμένος στην άκρη της μπανιέρας ,

μ' ενα ποτήρι φτηνό κρασί στο ένα χέρι ,

ένα ακριβό πούρο να καπνίζει στο άλλο ,

δημιουργώντας την τέλεια αντίθεση ,

ανάμεσα στο κοχλάζον νερό ανάκατο

με τις σαπουνάδες και τους αφρούς ,

έτοιμος να καταδυθεί σ΄ενα ένοχο παρελθόν .

Από το μικρό σκονισμένο παραθυράκι ,

ένα χαμόγελο διαγραφόταν στο

βαθειά σκαμμένο

πρόσωπο

του Χένρυ Τσινάσκι.

Έρωτες που κυοφορούν στην αγκαλιά της ,

που σωριάζονται πριν τις αμετάκλητες αποφάσεις ,

που σιγοκαίνε στο ημίφως της σελήνης

ή ενός κεριού ,

άδολες σκέψεις του εγκαταλειμένου χρόνου ,

σκιές ανθρώπων που περπατούσαν στο πλακόστρωτο ,

προτού εξαφανιστούν στις χοάνες της ανάμνησης .

Έρωτες οριστικοί , μα και ανατρέψιμοι ,

πικρή στάχτη σβησμένη στο σταχτοδοχείο των αισθήσεων.

Μια βόλτα στην παραλία την ώρα που σκάει το κύμα ,

ο ουρανός θολός , το φεγγάρι απειλητικά παγερό ,

το μουσκεμένο από την υγρασία δέρμα , ο αέρας μανιασμένος ,

το νερό μαύρο σαν παλιό κρασί , αιώνιο το κορμί εμπρός τεταμένο ,

κόντρα στις θελήσεις του καιρού ,

οδοιπόρος και αποστασιολάτρης ,

συλλέκτης στιγμών χωρίς σημασία ,

τί να θέλει τέτοια ώρα η σημασία ,

κανείς δε χτυπά την πόρτα για να ζητήσει τι ;

έλα θα σε κεράσω ένα ποτήρι , να πιούμε τι ;

θα σου μιλήσω τρυφερά και ζεστά να πούμε τι ;

θα σε προσκαλέσω να το νιώσεις ,

αν το θες .

Αγωνίες της ωριαίας που λιώνουν

μέσα σε μια τζούρα καπνού και μια γουλιά ,

αγωνίες της στιγμιαίας που ανακάθονται υπομονετικά

κάτω από τον ουρανίσκο ,

ορμονικές εκλύσεις , χημικές δράσεις ,

ουσίες που σε καλούν για ένα ταξίδι ,

ποιος αναφέρεται σε ναρκωτικά ,

όταν υπάρχουν οι ουσίες , οι εθισμένες σε σένα ,

χρησιμοποιούμενες κατά τις διαθέσεις ,

χωρίς κενότητες και προσδοκίες ,

δεν προβάλλονται αλλά στιγματίζουν ,

δεν είναι ποτέ οι ίδιες και ,

πότε πότε ,

βλάπτουν σοβαρά τον εφησυχασμό της απάθειας.

Δεν επαναλαμβάνονται , δε συγκρίνονται ,

δε διαχωρίζονται σε κατηγορίες.

Συλλαμβάνονται και ανακαλούνται .

Προσοχή στις οδηγίες χρήσεως .

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

INHALER

something like ...poetry

Ουρανός Σεπτέμβριος 2002
Στα σύννεφα ο εαυτός παραληρεί ανάμεσα σε προδομένες εκτάσεις διατεταγμένες για την προσωπική μάχη ενάντια στα στοιχειά της ύπαρξης, σε πεπαλαιωμένες υλικές μορφές πρωτόλειες μορφές, ψυχή της ύλης
Σε ξαναβλέπω σε παρμένα όνειρα από τα μπουκέτα που μου χάρισες μια έναστρη βραδινή συστολή Όταν όλα συστέλλονταν για να βρουν Θεό
Ο σπόρος της θλίψης ωρίμασε
Μετά σάπισε, να δώσει τη θέση του στο υπέδαφος στην ανυπαρξία την αρχική στην απουσία .
Σου χαρίζω ένα βρώμικο λιθάρι να το κρεμάσεις στα κλαδιά σου, άδεια χέρια Ίσως να θυμηθείς την προέλευση που έκανε αυτό το κάτι να παραληρεί
Προνοώντας τη γέννηση δολοφονείται η μαγική ουσία απενεργοποιείται η έκφραση και μένει το χτες να χάσκει απόμερο σε μια γωνιά του ολότελου
Δεν θα αναζητήσω ούτε σήμερα τους λόγους που οδηγούν, σκαλίζοντας την τρυφερή επιφάνεια αναζητώντας, αποζητώντας τη μικρή μου θέση σ' αυτό τον αχόρταγο ουρανό

απόψε και μόνο (Τετάρτη 22 Μαίου 2002)
Απόψε η ψυχή μου θα βουτήξει στο κενό ένα δρόμο θέλει να βρει ακατανόητο θέαμα, επίπληκτο
Χάος στην είσοδο της μαύρης πυρκαγιάς κίτρινα μπλε ολοπλούμιστα τα φώτα θα καίνε για σένα
ο ερχομός μιας μάυρης Άνοιξης πικραίνει το σάλιο εισέρχομαι στα κύταρα μου αναδιπλώνω την κραυγή μου να γεμίσει το στήθος με ευχές ,ξεβράζοντας όλη τη στάχτη τόσων αιώνων μέχρι τον ξεσηκωμό σου
να με δει να κάθομαι πάνω στις ιδέες που κατολίσθηση μεγάλη τις βαραίνει και μετά να πιω από το κρασί της μοναδικής τραυλότητας που πεθαίνει και τον αναστάσιμο κρότο, να με δει να μαραίνω τα πέταλα ,να τα χάνω μπρος σε τέτοιο γλοιώδες μεγαλείο φτύνοντας λέξεις φτηνές, ανάξιες να τις ρίξεις μια ματιά μπολιασμένες με σπέρμα οδυνηρό, ανήμπορο να σηκωθεί για τη νέα έξοδο από τα συσπασμένα πρόσωπα που ρίζωσαν μέσα στο φτωχό κεφάλι μου χωρίς να γνωρίζουν το σφάλμα που διατελούν μισώντας τα με μανία, προσπαθώντας να τα μεταβάλλω σε αγάπη ανήμπορα, ανήμπορος,δεν μπορώ να αγαπήσω αυτό που περιγράφω, δεν μπορώ να αποβάλλω τα πρόσωπα και αυτή την μυρωδιά καμένης σάρκας να αναδύεται στην ατμόσφαιρα
λειαίνοντας τη μνήμη...



Η μακριά θάλασσα (4 Φεβρουαρίου 2004)
Πνέουμε στην κοιλάδα των ιδεών
λυγίζει ,κάμπτεται , επανέρχεται ήχος ο κενός
το άδειο μπροστά στην Ουσία
ευκίνητες αισθήσεις αεικίνητο πέρασμα
θάλασσες του πάθους μοναχικά πανιά
στέρεο κατάρτι μελωμένος ήλιος νωχελικό το χρώμα
ρέουμε στο άσπιλο
κλειδωμένες λέξεις μυσταγωγία θροΐζουν οι αρμοί σα λεπτά ημιτόνια ,
απλωνόμαστε εραστές του μη-Είναι
έλιωσαν οι σκέψεις
βυθίζεται η έννοια στην απεραντοσύνη βαριές , συμπαγείς υδάτινες μάζες ακολουθούν το αέναο ξετυλίγονται οι αναπνοές
στο Τώρα πρωτόμορφες εκλάμψεις η Ζωή σαλεύει εισχωρώντας στα απύθμενα
κατανοημένες πολυσχημίες συστέλλονται για να διασταλούν , να χαθούν στο περίβλημα μιας έκτασης πελιδνής
ουράνιες συστοιχίες αρμονικά προσπερνούν το Τότε ,σπείρες στην άμμο όπου θαμμένη η αντήχηση αναριγά στο αισθητήριο
και ιδού ο ορίζοντας με τις προεκτάσεις στις απολαβές ως το Πέρα , τα πέρατα της Λήθης που προϋπήρχε , της Γνώσης που συνέπλεε ,
ταξιδιώτες του Όλου αυτό θα είμαστε


 
Καπνογονία (1 Αυγούστου 2002)
Ο καπνός σαν δαίμονας βγαίνει από το ανοικτό παράθυρο ίσια στο φως
Η ανάγκη για παραστάσεις επιτεταμένη
Μόνο ότι υπάρχει μέσα μόνο ότι υπάρχει μέσα αξίζει
Αξίζει να φυλαχθεί
Η αλήθεια κλυδωνίζεται ακόμα
Ανάκληση του ζειν Του ζειν εν τη αληθία
Και μετά λέξεις να σκεπάσουν αυτή την απατηλή μειλίχια όψη της ορμής
Κερνιόνται θαύματα οι στιγμές όμορφα θαμμένα μυστικά στους κήπους του
Και Ώ το φως Πλειονότητα των δεσμών Μέσα στο ακατέργαστο Υφασμένο περιτύλιγμα
Ώ της ζωής περίεργο μονοπάτι
Που τους αρμούς στυλώνουν μύρια όσα έως το ένα ιδρωμένα όντα
Μέχρι τις νύξεις της απόλυτης σιγής Απομυζάς τις πλέξεις τις επίμονες Αποκοιμήσου έως το τώρα
Κάποιος μας θυμήθηκε
Με σπάνια επίσκεψη θέλησε να μας τιμήσει έως το τώρα
το υπέρτερο.

Είσοδος [σε μια ακατέργαστη μορφή (μαστίχας)] 7 Αυγούστου 2002
Κάποτε μου πρόσφερες αυτό που ήθελα τώρα είσαι απογοήτευση στεκόσουν εκεί με τη μορφή σου την ατίθαση Μου ‘δινες το σχήμα σου
Αυτό που σε έπλαθα να είσαι η έκφραση μου σε καμάρωνα το νέο έργο της Αυτού δημιουργίας
Παράξενα τέλεια με τις λεπτές όλο στιλπνότητα εκφάνσεις σου τραβολογούσα την ύλη σου σε ένα ταξίδι εξωκοσμικό είχες πλαστεί για μένα στο πλάσμα της απόλυτης εξουσίας
Δράκος φάντασμα με χέρια πλοκάμια να καταβροχθίσουν ακόμα και την έπαρση μου απέναντι στο Δημιουργείν
Θα σε κρατούσα γνωρίζοντας πως η υφή σου ξεμάκραινε σε σχέση με το χρόνο απομακρυνόταν θαυμάσια
μα Πως νόμιζες οτι δεν θα συνέβαινε να σε συνθλίψω στο δάχτυλο με την προαιώνια κίνηση που μου έμαθε τόσο συνταρακτικά το Γένος
Τώρα σε κοιτώ τόσο απλή για να μου σημάνεις την αυριανή επιστροφή,
τόσο γλοιώδικα γελοία για να σημαίνεις
Είσαι το πλάσμα που γεννήθηκε από τα σπλάχνα της ανικανότητας
Αυτό ήσουν
Τώρα επέστρεψες στη γλυκιά προοριστική σου λαβή
ΤΩΡΑ
Είσαι η Ισχύς


Ενθαδε υπoκειται
Γιατί; Το λουλούδι δεν ανθίζει Πέφτοντας έξω απ' τις τρικυμίες
Απορροφά την όψη Και την άγνοια
Πού;
Θα βρεθούν Να παίξουν τους ρόλους
Συγχέουν με αντιφάσεις Το άδολο
Πώς;
Να επέλθει η λύτρωση Τι χρώμα θα 'χει Ο αδιάκοπος βασανισμός
Με ποιο βρώμικο μύρο σε μύρανε Γιατί βρωμάει υπόνομο το κλίμα
Πού είναι το κύμα;
Πόσα θα χρειαστούν κελιά
Για να επιβεβαιωθεί Η ελευθερία
Σύμπτυξη, σύμπτυξη, σύμπτυξη Εξομοίωση της ζωής
Σύνθλιψη
Πάρε μας Ήλιε οδηγέ και πέτα μας πίσω, ουραγέ
Σε ξεπέρασαν
Πάλι σε ξεπέρασαν Οι Αμφιβολίες ; ; ;
Πιστό σκυλί γλείφοντας Τις πληγές τους
Προχωρώντας μπροστά Στην Άβυσσο
Σε εντάλματα παρατεταμένης ανοχής βούτηξαν την ανάγκη
Ακόμα δεν ήρθε... Θα έρθει;
Βεβαιότητα αξεπέραστης αποτυχίας χλεύη οδυνηρή στο πέρασμα Στην άλλη πλευρά Εκεί όπου υπάρχει Το υπάρχω Το ζω, έμβια με βία
Και μετά, το ήδη υπάρχον
Το αναμενόμενο Χωρίς μαγεία Λίγη μαγεία
Μοιράζουν απλόχερα Τα χέρια-φίδια Υποσχέσεις καταπλάκωμα Μακριά από όλους σας. Μέσα σε όλους μας Σφυρίζει το ερπετό Ο αυτός ήχος της σιωπής της απύθμενης
Τον πρόωρο επιδιορθώνοντας.
Αποσταγμένοι καλλωπισμένη
Τέλειες τελείες Κείμενες Δεν έχω τίποτα πλέον
Με συγχωρείτε;
Υπάρχω;
Λυπάμαι γι' αυτό
Τις νύχτες μέρες μου Εξορκίζω να φανούν
Ο δρομέας έκοψε το νήμα Της Έκφρασης
Αδυνατώ
Λίγο ακόμα Πιο κοντά
Λίγο πιο κοντά Αν πλησιάζει . . . Το μεγάλο ταξίδι
Σε τι υπόκειται;
Τι το υποσκελίζει;
Προς το παρόν , ενθάδε υπόκειται . . . Τίποτα δεν γκρεμίστηκε
Και κάτι Ακόμα
Συνεχίζεται ...