Ξαπλωμένος σε μια ρωγμή της σπείρας
Αναδεύοντας κλεμμένες υποσχέσεις
Περιορίζοντας τις οπτικές σκιάσεις
Διεσταλμένος ,διαθλώμενος ,απόγειος
Προσδιχορίζοντας
ΣΤο βάθος
Η παραμονή
Οι καλημέρες των ερώτων
Οι σαγιονάρες των ανεκπλήρωτων πόθων μας .Σουλατσάρουν με χάρη ,με μανία πάνω στο χωματόδρομο ,μέσα στα μίνι μάρκετ των ερώτων πάνω στα κεφάλια μας ,αφήνουν σημάδια Made In China ,σημάδια χάδια ,περαστικές ,ανέμελες αιμοβόρες ,διάχυτες σαν τον άνεμο ,πάνω μας ,ανελέητες ,θερμογόνες αιτιάσεις για μια αυτοκτονία και για μια γέννεση .Σταματούν για λίγο χαμογελούν ,συναγελάζονται ,φορούν μαυρισμένα κορμιά ,κατακόκκινες περιηγήσεις , αγοράζουν τσιγάρα και γάλα και ξεπλένουν με άσπρο φως το πρωινό .Δοκιμάζουν τις αισθήσεις μας με αντηλιακά χαμηλού βαθμού προστασίας απροστάτευτοι πίσω από τον πάγκο με τις κονσέρβες και παιχνιδίζουν στο κύμα του σωρού των προσφορών από καλλυντικές αναθυμιάσεις .Μας οδηγούν στο πλησιέστερο ψυγείο από δροσερές πορτοκαλάδες και χυμούς ,μας περιπαίζουν με αγορές κάτω του μετρίου ,πισωπατούν μπροστά στη θωριά του κρεμώδους φόντου ,ενθουσιάζουν και ενθουσιάζονται αφήνοντας μικρά ρεβιθιά, χαμόγελα πάνω στο λαβύρινθο κι ύστερα χάνονται ξαφνικά ,χαυνωτικά ,νομίζοντας πως πλήρωσαν το αληθινό αντίτιμο στο ταμείο των καλοκαιρινών ηδονών .Μετά ο ήλιος, τόσο καταλυτικός που θα ‘ θελες να ξεχυθείς μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων ,να κελαϊδίσεις τη ραστώνη της μέρας ,τη σκόνη που σηκώνουν τα περαστικά αμάξια με το τρέιλερ να βουτήξεις στα βουνά που υψώνονται γύρω ,να γυρίσεις γύρω από τα στέκια τους κι αυτές νάτες εκεί πίσω σου γύρω σου μπροστά σου ,απειλητικές μαινάδες ,μπροστά στους πάγκους με τα ροδάκινα .Ένας παγωμένος φραπέ, καφέ σαν την επιθυμία θα καταπραΰνει τη σύληση …
Επιτέλους μια στιγμή διαύγειας .Τα αστέρια μας λοιδορούν που δεν τα συμπονέσαμε ,τόσο καιρό μόνα ,χωρίς εμάς ,χωρίς αυτά ,την ίδια την ύλη που μας ενώνει .Λαμπύριζαν ανέμελα χωρίς να μας βλέπουν ,μα μας ήθελαν ,να επιβεβαιώσουμε τη λάμψη τους .Μας είχαν ανάγκη τα ‘αστέρια .Και ‘μεις αποστρέφαμε το βλέμμα εκδικητικά , προς εκείνα ,προς εμάς ; ,προς το αιώνιο ,το αέναο αυτό που μας τρόμαζε ,μας έβγαζε τα σωθικά ,κι αυτά προσπαθούσαν ,κατέβαλλαν ,καταβάλλονταν ,μα ήταν εκεί ,δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν ,αυτό ήταν ,αντανακλούσαν ,ήταν καθρέπτες .Μα τι αξία έχει ένα ς καθρέπτης χωρίς το είδωλο ; Για μας υπήρχαν ,απλά ,πάντα ,συνεχώς , αυτά όμως γνώριζαν πως ήταν εκεί για μας και εκλιπαρούσαν για λίγη συμπόνια .Εμείς αμαθείς ,ως είθισται και αυτοκαταστροφικοί κατεβάζαμε τα μάτια, με μανία ,να καταβροχθίσουμε το χώμα ,το ίδιο υλικό μας ,να καταπιούμε τόνους τσιμέντο και άσφαλτο και πέτρα ,τα υλικά της δικής μας διανόησης ,με την ψευδαίσθηση ότι μας ανήκουν και δεν πληγώνονται στην κακομεταχείριση μας .Και η λάμψη πουθενά , στα τείχη που υψώσαμε περιπαιχτικά , σχεδόν αδιαπέραστα … Κι έφτανε μόνο μια κίνηση για ν’ αποκτήσουν όλα νόημα μα η κίνηση αυτή είχε αποτραπεί από τις συνήθεις αντιδράσεις …Και τότε ανέλαβε μια αίσθηση ,μας έκλεισε γλυκά τα μάτια , απάλυνε την ψευδαίσθηση , τις άγριες αλήθειες ,που τόσο αχόρταγα επιζητούσαμε …και έτσι ξαπλωμένοι ,με τα μάτια κλειστά κάτω από τόνους επεξεργασμένης σκόνης ,θαμμένοι στα έγκατα ,πάψαμε να αποζητούμε .Ελαφρά στην αρχή μετά όλο πιο έντονα ,ήρθαν επισκέπτες από άλλες εποχές ,την ίδια πάντα εποχή ,αυτή τη μία ξεσηκώνοντας κύματα ευφορίας και αγαλλίασης .Και να που η λάμψη ,μέσα στο σκονισμένο μας τεχνητό σκάφανδρο έκανε την εμφάνιση της αισθητή ,και μετά άλλη μια κι άλλη ,σα μικρές φλογίτσες στην αρχή ,μετά σα πυγολαμπίδες ,όλο πιο έντονη λάμψη ,απ άκρη σ άκρη άναβαν οι πυρσοί στο σώμα ,κόκκινες εκρήξεις ,κηλίδες φωτός ξεχύνονταν και όλο και πύκνωναν .Ώσπου έγιναν μία μάζα φωτός , μια ενιαία συμπαγής λάμψη ,ώστε πλέον δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά αυτή η έντονη λάμψη , η στοργική λάμψη που τύφλωνε τις αλήθειες ,θάμπωνε τους χώρους και αφαιρούσε τα σχήματα από τις όψεις και γιγαντώνονταν και έλαμπε πλέον δυνατά με ειλικρινή ευκρίνεια . Πεταχτήκαμε τότε πάνω , έντρομοι ,ανοίξαμε τα μάταια και τα στρέψαμε στον ουρανό .Ναι τα αδέρφια μας ,οι καθρέφτες μας ήταν εκεί έλαμπαν ,σα να μας χαμογελούσαν ,σα να μας καλωσόριζαν …
Jaguar (1998)
Άγριος καιρός ,βάρβαρος
Με στοιχειωμένα δέντρα στους δρόμους
Φυσάει αέρας αχνός
Παράξενοι άνθρωποι στις άκρες του πεζοδρομίου
Ύπουλος καιρός σημαδεμένος
Ηρεμία αρρώστιας μυρίζει η πόλη
Χυμένα σκουπίδια μαζί με νερά από τα λούκια
Άγριες μέρες βάρβαρες
Τίποτα δεν κουνιέται
Σε πρώτο πλάνο η πλατεία με τις μάζες
Περιμένουν λες ,αυτή την αίσθηση
Ακινησίας παρά το τσουχτερό χάδι της ασφάλτου
Σαν κάτι να συμβαίνει και χωλαίνουν διστακτικά οι ρόδες των αυτοκινήτων
Θόρυβοι σαν σιωπές στα υπόγεια
Εξάτμιση που χάλασε και σέρνεται στο χώμα
Ήχος πνεύμονα που ασθμαίνει την πίσσα
Παραείναι γεμάτα για να είναι ολόκληρα
Περιμένουν την έκρηξη
Φλόγα φωτιά ,τσιμέντο ,ιδέα
Πίσσα ,αγρίμια ξεσκίστε τη νύχτα ουρλιάξτε
Όνειρα πορφυρά αρπάξτε ρομφαία
Σπάστε τη νίκη αυτών συντρίμμια κομμάτια
Ρίξτε παλάτια φτιάξτε καλύβια ωραία
Φυσήξτε να φύγει η σκόνη
Που κάθισε πάντα
Ρίξτε νερό να ξεπλύνει την άδικη νύχτα
Χλωμά περιστέρια ξυπνήστε και δώστε τα χέρια
Μικρέ ιαγουάρε κοιμάσαι μα δεν τους φοβάσαι
Πέρασαν μέρες πολλές ίσως να ‘ναι και χρόνια
Άγρια νύχτα στο βόρβορο και μες στη λάσπη
Ήσυχες μέρες κουφές μαριονέτες μιλούσαν
Έλεγαν πως αυτή η στιγμή είναι να ‘ρθει
Και θα ‘ρθει
Κι αν το σκεφτείς
Γιατί ζούμε που ζούμε πως ζούμε
Πίσω από οθόνες βιτρίνες τρελή ομοιότης
Παίρνουν φωτιά από εκεί ,Προμηθέας Δεσμώτης
Ξέρουν να ευγνωμονούν
Ξέρουμε να αγαπούμε
Μικρέ Ιαγουάρε ξυπνάς
Θέλουμε ,Διεκδικούμε
Όσο υπάρχει ένας καφές (Οκτώβριος 2007)
Όσο υπάρχει καφές
Θα υπάρχουν συλλαβές
Που ειπώνονται χαμηλά
Με σιγανή ρουφηξιά ,απαλά
Όσο υπάρχει καφές
Θα υπάρχουν Κυριακές
Χαμένες ζωές ,κούφιες αναστολές
Παξιμάδι βουτημένο στο χτες
Όσο υπάρχει καφές
Ένα βουητό από μηχανές
Παρασέρνουν τις οσμές
Ανήλιαγες πόλεις, ενοχές
Όσο υπάρχει ένας καφές
Μπορείς σαν άλλοτε να λες
Ο πόνος θέλει αντοχές
Ανταλλαγές και προσμονές
Μια ηλιαχτίδα στην αυλή
Όσο κρατάει ο καφές
Υποθαλάσσιες στοές
Υπέργειες αναδομές
Χέρι στο χάδι και καφές
Τραυματισμένες εξοχές
Το κομοδίνο , ο μπουφές
Το σκρίνιο έπιασε φωτιές
Όσο υπάρχει ένας καφές
Κάτι χτυπάει το παράθυρο
Κάτι σαν τείνει προς το άπειρο
Κουτσά ,νωθρά ,ανάπηρο
Όσο υπάρχουν ευωδιές
Που αναδίδει ο καφές
Σφάλισαν δάκρυα
Πλήττουν τα μάτια οι στιγμές
(Όταν γνωρίζεις με βεβαιότητα
πως ο καφές κινεί μια ανθρωπότητα
αναζητώντας αυτή την ιδιότητα
που φέρνει ανοιχτές ψυχές)
Μέσα στο σκούρο του ζουμί
Αναμοχλεύονται οι στεναγμοί
Οι σκέψεις που δεν είχες πει
Η τρέλα παίρνει λογική
Το βάρος κάνει σχετικό
Και όμορφο τον ουρανό
Και τον ανήμπορο καιρό
Σημάδι στο μηδενικό
Μέσα στο μαύρο του χωρεί
Ο κόσμος κι όσα έχεις δει
Μια λέξη άγρια και πεζή
Μια ανοησία, μια σιγή ,λυτρωτική
Όσο υπάρχει καφές
Θα κινώ τα νήματα
Της ζωής τα σκιρτήματα
Για ότι αξίζει μηνύματα
Θα τεντώνω τις χορδές του είναι
Να τις ξεπλένω με καφέ
Και μες στο μπλε
Θα χύνομαι διαλυμένος
Στο κατακάθι σκοτεινό ,κακό
Θα αφήνω όλο το σωρό
Και θα ρουφώ στην επιφάνεια
Μέσα σε άγνωστα λιμάνια
Με γνωστικούς τους ναυτικούς
Σε καρεκλάκια καθιστούς
Καφέ ρουφώντας , αναπολώντας
Τους ωκεανούς
(Μάρτιος 1999)
Ρούχα απλωμένα στις βεράντες
Αυτιά που ξεκουφάθηκαν
Απ’ των βοών τις μπάντες
Τσιμέντο , χώμα ,άμμος , υλικά
Μιας επινόησης που δε λογαριάζει
Το μετά
Σφήνωσε το χέρι στις χαραμάδες
Σε βλέπουν άχρωμες κυράδες
Να φτύνεις πάνω στα πλακάκια
Πίσσα και θειάφι τις οσμές
Στο κορμί σου μπαίνει κρύο
Δεν σου φτάνει
Η μορφή του δίσκου εκεί ψηλά
Σερβίρονται και ανήθικα και ξένα και σωστά
Συμπλήρωμα διαίτης και έλεγχος μετά
Απολωλός ,αμαρτωλός , όλα διαδικαστικά
Ηλεκτρομαγνητικές μονάδες
Αυτόφυτα και Παραφυάδες
Περιττές βρισιές και άσχημες λιακάδες
Άσιμες μέρες ,χίμαιρες και μαινάδες
Σε ποιον ορίζοντα ορίζονται
Στιμένες λέξεις ,καμινάδς
Ρίζες πολλές για να ριζώσει
Και το νερό στιφό
Εύχεσαι να μη μαραζώσει
Όλο αυτό που έρχεται σε αντίθεση
Αντίθετα τα θες για να σε σώσει
Το αύριο ας μη σε προδώσει