Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Πέρασαν ..

Πέρασαν οι μέρες που χαμογελούσα .Οι μέρες που ανακτούσα τη σιωπή μέσα από τη νηνεμία των καιρών .Ανάξιος θρόνος γελοία προσμονή των αμοιβών σε ένα μάταιο κυκλικό πανηγύρι ,με σαλτιμπάγκους και φαντάσματα ,τρομαχτικές μορφές και ήπιες δράσεις ας τους τώρα να σε πάρουν απ ‘το χέρι και να σε σύρουν σε κοιτάσματα πίσσας με τα απλωμένα χέρια τους να μισούν κάθε έκφραση πάνω στο καταρρακωμένο σώμα σου ,κάθε μικρό χαμόγελο που αποπειράται να πέσει μέσα στην παγωμένη σου νύχτα ,ας’ τους να παρασύρουν τις νοήσεις με αυτή τη διαστροφική πεποίθηση πως ο νοών θα θυσιαστεί εις χάριν του θεάματος πως κι αυτή η μουσική δεν σου πρέπει ,αυτή που τώρα ακούγεται ,αλλάξτε το ρυθμό το τέμπο τις μελωδίες ,σκοτείνιασε στα έγκατα σου και αναδύεται το άμετρο μίσος ,ανοίξτε τις πύλες τις φωτιάς ,μ ‘ακούτε ,είμαι εδώ , και χάνομαι ,μέρα τη μέρα ,γουλιά τη γουλιά ,χάνομαι στο λειασμένο τοπίο σας ,χάνομαι στις κορεσμένες συγκεντρώσεις σας ,στα ανήλιαγα σας χάδια ,στο ανούσιο σας νάιλον ,στις κομπορρημοσύνες σας και τα κάθε εκτροχιασμένα σας «Ζήτω» ,σ αυτή τη λαίμαργη σιωπή που απειλεί να μας καθιερώσει σαν τις μορφές που αποδιώχναμε μέσα στους ραγισμένους αντικατοπτρισμούς μας ,ναι τα θέλω όλα και όλα τώρα ,πριν να είναι αργά για όλους μας ,ουρλιάζω μανιασμένα πως δεν είναι έτσι ,δεν το είχα φανταστεί ,δεν καταλαβαίνεται, πως το χείλος μας πλησιάζει πως συντρίβετε με μανία τις απελπισμένες μου προσπάθειες ,πως και γω τώρα σας ακολουθώ πειθήνια μέχρι τη νέα μου ανταμοιβή μέχρι να πάρω το μερτικό μου και να μου γλύψετε τις πληγές ,να συναινέσω και να αναβάλλω να συναινέσω και να αναβάλλω να συναινέσω και να αναβάλλω ,να συναινέσω και να αναβάλλω …

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Η λάμψη που λησμονήσαμε

Επιτέλους μια στιγμή διαύγειας .Τα αστέρια μας λοιδορούν που δεν τα συμπονέσαμε ,τόσο καιρό μόνα ,χωρίς εμάς ,χωρίς αυτά ,την ίδια την ύλη που μας ενώνει .Λαμπύριζαν ανέμελα χωρίς να μας βλέπουν ,μα μας ήθελαν ,να επιβεβαιώσουμε τη λάμψη τους .Μας είχαν ανάγκη τα ‘αστέρια .Και ‘μεις αποστρέφαμε το βλέμμα εκδικητικά , προς εκείνα ,προς εμάς ; ,προς το αιώνιο ,το αέναο αυτό που μας τρόμαζε ,μας έβγαζε τα σωθικά ,κι αυτά προσπαθούσαν ,κατέβαλλαν ,καταβάλλονταν ,μα ήταν εκεί ,δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν ,αυτό ήταν ,αντανακλούσαν ,ήταν καθρέπτες .Μα τι αξία έχει ένα ς καθρέπτης χωρίς το είδωλο ; Για μας υπήρχαν ,απλά ,πάντα ,συνεχώς , αυτά όμως γνώριζαν πως ήταν εκεί για μας και εκλιπαρούσαν για λίγη συμπόνια .Εμείς αμαθείς ,ως είθισται και αυτοκαταστροφικοί κατεβάζαμε τα μάτια, με μανία ,να καταβροχθίσουμε το χώμα ,το ίδιο υλικό μας ,να καταπιούμε τόνους τσιμέντο και άσφαλτο και πέτρα ,τα υλικά της δικής μας διανόησης ,με την ψευδαίσθηση ότι μας ανήκουν και δεν πληγώνονται στην κακομεταχείριση μας .Και η λάμψη πουθενά , στα τείχη που υψώσαμε περιπαιχτικά , σχεδόν αδιαπέραστα … Κι έφτανε μόνο μια κίνηση για ν’ αποκτήσουν όλα νόημα μα η κίνηση αυτή είχε αποτραπεί από τις συνήθεις αντιδράσεις …Και τότε ανέλαβε μια αίσθηση ,μας έκλεισε γλυκά τα μάτια , απάλυνε την ψευδαίσθηση , τις άγριες αλήθειες ,που τόσο αχόρταγα επιζητούσαμε …και έτσι ξαπλωμένοι ,με τα μάτια κλειστά κάτω από τόνους επεξεργασμένης σκόνης ,θαμμένοι στα έγκατα ,πάψαμε να αποζητούμε .Ελαφρά στην αρχή μετά όλο πιο έντονα ,ήρθαν επισκέπτες από άλλες εποχές ,την ίδια πάντα εποχή ,αυτή τη μία ξεσηκώνοντας κύματα ευφορίας και αγαλλίασης .Και να που η λάμψη ,μέσα στο σκονισμένο μας τεχνητό σκάφανδρο έκανε την εμφάνιση της αισθητή ,και μετά άλλη μια κι άλλη ,σα μικρές φλογίτσες στην αρχή ,μετά σα πυγολαμπίδες ,όλο πιο έντονη λάμψη ,απ άκρη σ άκρη άναβαν οι πυρσοί στο σώμα ,κόκκινες εκρήξεις ,κηλίδες φωτός ξεχύνονταν και όλο και πύκνωναν .Ώσπου έγιναν μία μάζα φωτός , μια ενιαία συμπαγής λάμψη ,ώστε πλέον δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά αυτή η έντονη λάμψη , η στοργική λάμψη που τύφλωνε τις αλήθειες ,θάμπωνε τους χώρους και αφαιρούσε τα σχήματα από τις όψεις και γιγαντώνονταν και έλαμπε πλέον δυνατά με ειλικρινή ευκρίνεια . Πεταχτήκαμε τότε πάνω , έντρομοι ,ανοίξαμε τα μάταια και τα στρέψαμε στον ουρανό .Ναι τα αδέρφια μας ,οι καθρέφτες μας ήταν εκεί έλαμπαν ,σα να μας χαμογελούσαν ,σα να μας καλωσόριζαν …

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Επιστροφή ;

Σ 'αυτό τον ονειρόδρομο ,μόνο το μέλλον υπάρχει .Παρελθόν συγκλίνον ,κατακυριεύεται από την αγωνία να θρυμματιστεί , να εκδράμει προς άγνωστον .Μέχρι της παρούσης , η νεκρική σιωπή ... Το θύμα αναρρώνει ,αναπλευρίζεται ,σκονταφτει ,λιποψυχεί .Άραγε γνώριζε τη μοίρα ,ή το έκλωσε περίτεχνα στην απαρχή ,στον κυκλικό μηδενα .Μηδέν = 1, ένα άτομο ,ένα θύμα ,ένας διώκτης ,ένας καθρέπτης ,μια ,μία τιμωρία ,μια στάση , μία έκρηξη , μία αδυναμία ,εισροή της αδυναμίας της ανάγκης ,μία ,μία κάθαρση ,ειρωνικά ,αποτροπιαστικά ,απο ποιο ποσό κρέμεσαι απόψε ανάγκη μου ,αδυναμία μου ... Και τι είναι αυτά ,που κυλούν ,καίνε ,καταχαρακώνουν το πρόσωπο σα ρέματα κοφτερά ,ορίζουν τα σημάδια που άφησε πίσω ο ψεύτης πόνος ,αυτός που γελάει μπροστά στη δήθεν θριαμβολογία του ,πως σε παράτησε .Σταμάτησε ... μπορεί να πάει ήσυχος τώρα .

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

10 χρόνια πριν

Jaguar (1998)

Άγριος καιρός ,βάρβαρος

Με στοιχειωμένα δέντρα στους δρόμους

Φυσάει αέρας αχνός

Παράξενοι άνθρωποι στις άκρες του πεζοδρομίου

Ύπουλος καιρός σημαδεμένος

Ηρεμία αρρώστιας μυρίζει η πόλη

Χυμένα σκουπίδια μαζί με νερά από τα λούκια

Άγριες μέρες βάρβαρες

Τίποτα δεν κουνιέται

Σε πρώτο πλάνο η πλατεία με τις μάζες

Περιμένουν λες ,αυτή την αίσθηση

Ακινησίας παρά το τσουχτερό χάδι της ασφάλτου

Σαν κάτι να συμβαίνει και χωλαίνουν διστακτικά οι ρόδες των αυτοκινήτων

Θόρυβοι σαν σιωπές στα υπόγεια

Εξάτμιση που χάλασε και σέρνεται στο χώμα

Ήχος πνεύμονα που ασθμαίνει την πίσσα

Παραείναι γεμάτα για να είναι ολόκληρα

Περιμένουν την έκρηξη

Φλόγα φωτιά ,τσιμέντο ,ιδέα

Πίσσα ,αγρίμια ξεσκίστε τη νύχτα ουρλιάξτε

Όνειρα πορφυρά αρπάξτε ρομφαία

Σπάστε τη νίκη αυτών συντρίμμια κομμάτια

Ρίξτε παλάτια φτιάξτε καλύβια ωραία

Φυσήξτε να φύγει η σκόνη

Που κάθισε πάντα

Ρίξτε νερό να ξεπλύνει την άδικη νύχτα

Χλωμά περιστέρια ξυπνήστε και δώστε τα χέρια

Μικρέ ιαγουάρε κοιμάσαι μα δεν τους φοβάσαι

Πέρασαν μέρες πολλές ίσως να ‘ναι και χρόνια

Άγρια νύχτα στο βόρβορο και μες στη λάσπη

Ήσυχες μέρες κουφές μαριονέτες μιλούσαν

Έλεγαν πως αυτή η στιγμή είναι να ‘ρθει

Και θα ‘ρθει

Κι αν το σκεφτείς

Γιατί ζούμε που ζούμε πως ζούμε

Πίσω από οθόνες βιτρίνες τρελή ομοιότης

Παίρνουν φωτιά από εκεί ,Προμηθέας Δεσμώτης

Ξέρουν να ευγνωμονούν

Ξέρουμε να αγαπούμε

Μικρέ Ιαγουάρε ξυπνάς

Θέλουμε ,Διεκδικούμε

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

somethinlikepoetry ...old and new stuff

Όσο υπάρχει ένας καφές (Οκτώβριος 2007)

Όσο υπάρχει καφές

Θα υπάρχουν συλλαβές

Που ειπώνονται χαμηλά

Με σιγανή ρουφηξιά ,απαλά

Όσο υπάρχει καφές

Θα υπάρχουν Κυριακές

Χαμένες ζωές ,κούφιες αναστολές

Παξιμάδι βουτημένο στο χτες

Όσο υπάρχει καφές

Ένα βουητό από μηχανές

Παρασέρνουν τις οσμές

Ανήλιαγες πόλεις, ενοχές

Όσο υπάρχει ένας καφές

Μπορείς σαν άλλοτε να λες

Ο πόνος θέλει αντοχές

Ανταλλαγές και προσμονές

Μια ηλιαχτίδα στην αυλή

Όσο κρατάει ο καφές

Υποθαλάσσιες στοές

Υπέργειες αναδομές

Χέρι στο χάδι και καφές

Τραυματισμένες εξοχές

Το κομοδίνο , ο μπουφές

Το σκρίνιο έπιασε φωτιές

Όσο υπάρχει ένας καφές

Κάτι χτυπάει το παράθυρο

Κάτι σαν τείνει προς το άπειρο

Κουτσά ,νωθρά ,ανάπηρο

Όσο υπάρχουν ευωδιές

Που αναδίδει ο καφές

Σφάλισαν δάκρυα

Πλήττουν τα μάτια οι στιγμές

(Όταν γνωρίζεις με βεβαιότητα

πως ο καφές κινεί μια ανθρωπότητα

αναζητώντας αυτή την ιδιότητα

που φέρνει ανοιχτές ψυχές)

Μέσα στο σκούρο του ζουμί

Αναμοχλεύονται οι στεναγμοί

Οι σκέψεις που δεν είχες πει

Η τρέλα παίρνει λογική

Το βάρος κάνει σχετικό

Και όμορφο τον ουρανό

Και τον ανήμπορο καιρό

Σημάδι στο μηδενικό

Μέσα στο μαύρο του χωρεί

Ο κόσμος κι όσα έχεις δει

Μια λέξη άγρια και πεζή

Μια ανοησία, μια σιγή ,λυτρωτική

Όσο υπάρχει καφές

Θα κινώ τα νήματα

Της ζωής τα σκιρτήματα

Για ότι αξίζει μηνύματα

Θα τεντώνω τις χορδές του είναι

Να τις ξεπλένω με καφέ

Και μες στο μπλε

Θα χύνομαι διαλυμένος

Στο κατακάθι σκοτεινό ,κακό

Θα αφήνω όλο το σωρό

Και θα ρουφώ στην επιφάνεια

Μέσα σε άγνωστα λιμάνια

Με γνωστικούς τους ναυτικούς

Σε καρεκλάκια καθιστούς

Καφέ ρουφώντας , αναπολώντας

Τους ωκεανούς

(Μάρτιος 1999)

Ρούχα απλωμένα στις βεράντες

Αυτιά που ξεκουφάθηκαν

Απ’ των βοών τις μπάντες

Τσιμέντο , χώμα ,άμμος , υλικά

Μιας επινόησης που δε λογαριάζει

Το μετά

Σφήνωσε το χέρι στις χαραμάδες

Σε βλέπουν άχρωμες κυράδες

Να φτύνεις πάνω στα πλακάκια

Πίσσα και θειάφι τις οσμές

Στο κορμί σου μπαίνει κρύο

Δεν σου φτάνει

Η μορφή του δίσκου εκεί ψηλά

Σερβίρονται και ανήθικα και ξένα και σωστά

Συμπλήρωμα διαίτης και έλεγχος μετά

Απολωλός ,αμαρτωλός , όλα διαδικαστικά

Ηλεκτρομαγνητικές μονάδες

Αυτόφυτα και Παραφυάδες

Περιττές βρισιές και άσχημες λιακάδες

Άσιμες μέρες ,χίμαιρες και μαινάδες

Σε ποιον ορίζοντα ορίζονται

Στιμένες λέξεις ,καμινάδς

Ρίζες πολλές για να ριζώσει

Και το νερό στιφό

Εύχεσαι να μη μαραζώσει

Όλο αυτό που έρχεται σε αντίθεση

Αντίθετα τα θες για να σε σώσει

Το αύριο ας μη σε προδώσει

Πέμπτη 10 Απριλίου 2008

(Κάπου , κάποτε σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό...)

Διάλεξες τη λεωφόρο που οδηγεί εκτός.Η ταχύτητα συνεπαίρνει , η μηχανή μουγκρίζει ,

η αντανάκλαση του ήλιου πάνω στο τζάμι , άφθονη ενέργεια , η μαγευτική έρημος

του Κολοράντο απλώνεται νωχελική στις ρόδες ,η μυρωδιά των καμένων λάστιχων στην άσφαλτο.

Ή μήπως έχεις μπει στις στροφές , στο δρόμο για Θεσσαλονίκη , δίπλα στα χιονισμένα διαχωριστικά του δρόμου , με το ΝτεΣεΒω να τρέμει από το διαπεραστικό κρύο ,αναζητώντας το παλιό κάθισμα ενός μπαρ και ένα ζεστό ποτό στον ουρανίσκο ,προάγγελο νέων ανεξιχνίαστων μηνυμάτων που σημαδεύουν το νυχτερινό σκοτάδι ;

Τι σημασία έχει ο τόπος ...

Για όσους είναι ON THE ROAD σε πραγματικές ασφάλτους ή σε φανταστικούς ονειρόδρομους.

Τι ήρθε , τι χάθηκε , αυτό που αν πέρασε ,όλα μέσα σ 'ενα παιχνίδι απ 'αυτά που κρατά το μωρό στα πρώτα του βήματα κατνόησης του γύρω χώρου.Αρκέι μια τόσο απλή , άδολη , αμαθής κίνηση , για να περιφερθούν όλα αυτά που κρύβει μέσα στα δάχτυλα του , να στροβιλιστούν και να ξαναπέσουν σε μια γλυκιά διαδικασία προσμονής .

Τι ήρθε ,τι χάθηκε

αν πέρασε αυτό που πέρασε ...

Η ώρα της χαλάρωσης.Μυστικός δορυφόρος έστειλε αναμεταδιδόμενο μήνυμα από το υπερπέραν που κανείς δεν έχει τη διάθεση να παραβεί , εκτός θέλησης .

Λες και τώρα άρχισε η τροχιά του κόσμου και όλα αρχίζουν να ξεδιαλύνονται , οι ουσίες και η πεμπτουσία αφιερωμένες στην υπηρεσία του απλού , μοιρασμένες σε χιλιάδες μικροσκοπικές λάμψεις να φωτίζουν κάυι προηγουμένως σκοτεινό και αβυσσαλέο.Είδες πόσο εύκολο ήταν.

Μέχρι να ξεκινήσει η επόμενη αντίστροφη μέτρηση ,χαιρετήστε το καινό.

Ή καλύτερα πιείτε κάτι για όλους μας .Στην υγειά μας ...

Και ύστερα είναι και κείνα τα βράδια πού βγάζεις από το συρτάρι τους δικούς σου βιοτόπους , μη προστατευόμενους από κάποια συνθήκη ,μόνο σαν απροσπέλαστα

και άβατα για τους υπόλοιπους που θα κοιτάξουν απορημένοι , οι ήχοι εκλύονται , οι σκέψεις παραμερίζονται , τα θαύματα λαμβάνουν χώρα ,σε μια χώρα ,σε ένα χώρο σε μια στάση τρένων από σταθμό χρόνια εκτός λειτουργίας , αλλά λες και ακούγεται ακόμα η βοή του παρελθόντος.Έλα γερο MOBY εσύ τα ξέρεις καλύτερα κι ο καθένας καλύτερα από το δημιουργό τους.

Καθισμένος στον ψηλότερο βράχο του νησιού.Πίσω , τα απόκρημνα βράχια .Εμπρός απλώνεται αχανής , μυστήρια ανεξερεύνητη , η υδάτινη επιφάνεια .

Ώς εκεί που φτάνει το μάτι.

Ώς εκέι που φτάνει το δεός , το πάθος για το άγνωστο, το ανέκαθεν νέο , η χάρη της διαδοχής .Μια ζωή απλωμένη , ξετυλιγμένο χαλί , ακέντητο ακόμα , επίπεδο και απλησίαστο .

Γνωρίζεις οτι θα περπατήσεις επάνω για να χαράξεις τις δικές σου γραμμές , ευθείες , καμπύλες ,γωνίες και ακαθόριστα σχήματα ,υφαίνοντας το ολόδικο σου σχέδιο , μοναδικό και ανεπανάληπτο στη φθορά του χωροχρόνου.

Ήρθε όμως η ώρα της επιστροφής .

'Ηδη απομακρυνόμενος ,διαπιστώνεις πως ξεκίνησε κιόλας , η διαδικασία της ύφανσης , της περιήγησης , που σήμανε αναπάντεχα πριν λίγο εμπρός στα μάτια σου.

Ας μην καλογυαλιστεί αυτή η νύχτα .

Ας την αφήσουμε να ξεδιπλωθεί αργά , μόνη , λιτή, απέριτη , απαλλάγμένη από τα χιλίαδες ιδιότυπα μοτίβα που την περιβάλουν ,έως τον ερχομό της.

Απελευθερωμένη από τη σύγχρονη ματαιότητα της ύπαρξης .Από αυτό που προτείνεται ή προστάζεται.

Να ερωτοτροπεί με το γήινο φλοιό.

Δεν μας αφορούν τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα .

Μόνο η νύχτα.Να αυτοαναιρεθεί, να αμφισβητητθεί. Όπως κάθε άλλη.

Κατάπινε την έρημο σαν τα χαπάκια που έπαιρνες για να αποφύγεις τον πρωινό πονοκέφαλο από το hangover της προηγούμενης βραδιας.

Ρουφούσε το χυμό από τα φυτά της άνυδρης γης λαίμαργα ,σαν μεθυσμένος που βρήκε ακόμα μια γουλιά ουίσκι στο αδειανό μπουκάλι , δίπλα στο μικρό τραπεζάκι με τα γεμάτα αποτσίγαρα και τα αναποδογυρισμένα καλύματα της θλιψης που γινόταν σιγά σιγά ένα ελαφρύ αεράκι ανάμεσα στους αιώνιους βράχους , τις σκληρές εκτάσεις , την έκσταση της στιγμής , τη περιπλάνηση στα άγνωστα φαράγγια τους εσωτερικού χώρου.

Άντε , τι περιμένεις , φέρε ακόμα μια μπύρα !

Το νέο προσπαθεί απεγνωσμένα να καταλάβει τη θέση του προηγούμενου

σ 'ένα θάλαμο γεμάτο συνωστισμένες μελωδίες ,

αρώματα , κινήσεις μορφασμούς ,

κι ατελειωτες παύσεις σιωπής .

Στο σταθμό , η αμαξοστοιχία

αναμένει άλλον ένα

απρόσκλητο επιβάτη ,

μόνο που αυτή τη φορά η

κίνηση προς τα εμπρός είναι αδύνατη.

Κάπου πέρα , διαγράφεται η έρημος και

ο ασυναίσθητος ήχος ορμητικών κυμάτων .

Η νύχτα καταβροχθίζει το φως ,

όλα μετατρέπονται σε αμφιβολία.

Ένας περαστικός κοιτάει το βαρύ ,

παλιό ρολόι

που κρέμεται πάνω από το σταθμό.

Πόσο αργεί η λύτρωση ;

Το προηγούμενο ήταν το ήδιστον.

Αυτό που θα επακολουθήσει αποκτά το γλυκόπικρο άρωμα περασμένης νύχτας.

Συγκρούεται με τις υποσχέσεις που δημιουργήθηκαν άθελα τους , το ραντεβού που επανεκδόθηκε , τις τεχνηέντως ηθελημένες υποχρεώσεις ..

Πόσο μάταιο μέσα στον κύκλο του καθιερωμένου , ανάμεσα στις συγκινήσεις του έναστρου ουρανού , του μικρού γαλαξία που μας περιέβαλλε , απειροελάχιστα σωματίδια κοσμικής ύλης .

'Η μήπως ατομικής ; Ένα ταξίδι στο υπερπέραν , χωρίς την παραμικρή προσπάθεια ή κατανάλωση ενέργειας.

Προσδεθείτε εσώτερα

ή ,

προτιμότερο ,

αφεθείτε .

Θα σε πιάσω μια μέρα να κυνηγάς τα σύννεφα , να με ρωτάς τι χρώμα έχουν , τι σχήματα παίρνουν πριν την οριστική τους πτώση στο έδαφος.

Και θέλω να δω την έκφραση του προσώπου σου όταν σου πως

τελείως φυσικά οτι δεν υπάρχουν , οτι αποτελούνται από την ένωση

του Υδρογόνου με το Οξυγόνο ,

οτι ο λογος που κινούνται εκεί πανω άπτεται μόνο

σε προβληματισμούς επιστημόνων της Φυσικής ,

που παρατηρούν με ολοένα και πιο αυθάδες μάτι την ύπαρξη τους

στη στερεότητα αυτής της αντίρροπης ύπαρξης δυνάμεων.

Οτι τα σύννεφα είναι πλέον η ειδικότης τους και κανείς δεν κοιτά προς τα πάνω , αυτή η κίνηση είναι εδώ και χρόνια αντιδεοντολογική.

Τότε ίσως να με κοιτάξεις και να μου πεις .

-Εμείς που πήγαμε ;

Μουσικά ηχοτοπία .

Τοποι στους οποίους βρίσκει καταφύγιο η ανομολόγητη έκφραση του είναι.

Όχι μόνο αυτό.

Εδάφη νέα , απάτητα , ανεξερεύνητα , δυσθεώρατα σε σύγκριση με τον εδαφικό περιορισμό της διαμετρούμενης επιφάνειας .

Ελαχιστότατες εκλύσεις συναισθήσεων ,

χημικών αντιδράσεων

που δεν υπακούουν στις γνώριμες επιστημονικές επιδιώξεις.

Με τι να σημαίνεται η ύπαρξη ...

Με φωνές , με ψιθύρους , με τυμπανοκρουσίες , με ήχους σερνόμενους στο γρασίδι ,

με μικρά ρυάκια που ενώνονται σε μικρούς χειμάρους ,

προχωρούν στον ποταμό και ξεβράζονται στην απεραντότητα της θάλασσας !

Με ένα άσπιλο χαμόγελο , ή την ηλιαχτίδα μιας νέας μέρας

ένα ερωτικό χάδι ή μια στάλα βοχής στο ημίφως.

Όχι , όχι , ας το αφήσουμε καλύτερα .

Έχει καιρό ,

χρόνο να απασχολήσει .

Κάπου σ' ενα σημείο του κόσμου προσγειώνεται ένας πρώην ιπτάμενος δίσκος.

Λίγο πιο πέρα ένας ασθενής υποβάλεται σε μεταμόσχευση καρδιάς.

Ένας περαστικός κολημένος στο τζάμι λιγουρεύεται τα γλυκά του ζαχαροπλαστείου στη γωνία.

Κάποιος πήρε το δρόμο χωρίς επιστροφή , ενώ δίπλα του πηγαινοέρχεται

ο σωρός των άνανδρων οχημάτων ,

σαν τηλεκατευθυνόμενα θα έλεγες ,

να πάνε ,

να έρχονται ,

να σταματούν στο πρώτο

κόκκινο φανάρι .

Ο άλλος με το μαύρο τζην παντελόνι μόλις κατόρθωσε να διαβεί τον πολύσύχναστο δρόμο πατώντας και σβύνοντας το τσιγάρο

που μόλις πριν κρατούσε , γνωρίζοντας οτι ήταν το τελευταίο.

Η ξανθή τύπισσα δίπλα του ,κάτι σκέφτηκε , χαμογελάει , όχι για πολύ .

Σε λίγο θα φύγει ...

Καθισμένος στην άκρη της μπανιέρας ,

μ' ενα ποτήρι φτηνό κρασί στο ένα χέρι ,

ένα ακριβό πούρο να καπνίζει στο άλλο ,

δημιουργώντας την τέλεια αντίθεση ,

ανάμεσα στο κοχλάζον νερό ανάκατο

με τις σαπουνάδες και τους αφρούς ,

έτοιμος να καταδυθεί σ΄ενα ένοχο παρελθόν .

Από το μικρό σκονισμένο παραθυράκι ,

ένα χαμόγελο διαγραφόταν στο

βαθειά σκαμμένο

πρόσωπο

του Χένρυ Τσινάσκι.

Έρωτες που κυοφορούν στην αγκαλιά της ,

που σωριάζονται πριν τις αμετάκλητες αποφάσεις ,

που σιγοκαίνε στο ημίφως της σελήνης

ή ενός κεριού ,

άδολες σκέψεις του εγκαταλειμένου χρόνου ,

σκιές ανθρώπων που περπατούσαν στο πλακόστρωτο ,

προτού εξαφανιστούν στις χοάνες της ανάμνησης .

Έρωτες οριστικοί , μα και ανατρέψιμοι ,

πικρή στάχτη σβησμένη στο σταχτοδοχείο των αισθήσεων.

Μια βόλτα στην παραλία την ώρα που σκάει το κύμα ,

ο ουρανός θολός , το φεγγάρι απειλητικά παγερό ,

το μουσκεμένο από την υγρασία δέρμα , ο αέρας μανιασμένος ,

το νερό μαύρο σαν παλιό κρασί , αιώνιο το κορμί εμπρός τεταμένο ,

κόντρα στις θελήσεις του καιρού ,

οδοιπόρος και αποστασιολάτρης ,

συλλέκτης στιγμών χωρίς σημασία ,

τί να θέλει τέτοια ώρα η σημασία ,

κανείς δε χτυπά την πόρτα για να ζητήσει τι ;

έλα θα σε κεράσω ένα ποτήρι , να πιούμε τι ;

θα σου μιλήσω τρυφερά και ζεστά να πούμε τι ;

θα σε προσκαλέσω να το νιώσεις ,

αν το θες .

Αγωνίες της ωριαίας που λιώνουν

μέσα σε μια τζούρα καπνού και μια γουλιά ,

αγωνίες της στιγμιαίας που ανακάθονται υπομονετικά

κάτω από τον ουρανίσκο ,

ορμονικές εκλύσεις , χημικές δράσεις ,

ουσίες που σε καλούν για ένα ταξίδι ,

ποιος αναφέρεται σε ναρκωτικά ,

όταν υπάρχουν οι ουσίες , οι εθισμένες σε σένα ,

χρησιμοποιούμενες κατά τις διαθέσεις ,

χωρίς κενότητες και προσδοκίες ,

δεν προβάλλονται αλλά στιγματίζουν ,

δεν είναι ποτέ οι ίδιες και ,

πότε πότε ,

βλάπτουν σοβαρά τον εφησυχασμό της απάθειας.

Δεν επαναλαμβάνονται , δε συγκρίνονται ,

δε διαχωρίζονται σε κατηγορίες.

Συλλαμβάνονται και ανακαλούνται .

Προσοχή στις οδηγίες χρήσεως .

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2008

29 Ιανουαρίου 2008

Τριτη 11 Μάρτιου 2008