Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Εγώ είμαι δυτικός





Εγώ είμαι δυτικός
Μπροστά στο μελαμψό παιδάκι είμαι παρθένος
Είμαι μωρό που μόλις γεννήθηκε
Διαμαρτύρεσαι
Μήπως ήπιες παραπάνω απ όσο σκέφτηκες
Γιατί διαμαρτύρεσαι ;
Μήπως δεν αφουγκράστηκες τα σημάδια
Δεν θαύμασες τις συναστρίες τις νυχτερινές
Το κεφάλι σου
Δεν σηκώθηκε ποτέ ;
Δεν ταξίδεψες πάνω στα  σύννεφα ;
Εγώ είμαι δυτικός
Όμως δεν σε ξέρω
Δεν σε αναγνωρίζω
Έξω
Όταν βοώδης αναζητάς να κυλιστείς
Όταν αυτοθαυμαζόμαστε
Που ήσουν ;
Δε σ’ έβλεπα
Πέρασε τόσος καιρός
Τόσος και τόσος χαμένος χρόνος
Τώρα ξύπνησα
Δε σε είδα
Με συγχωρείς
Τώρα ξύπνησες
Δε με βλέπεις
Δεν υπάρχουμε μάλλον
Τώρα θα φύγουμε
Εγώ θα φύγω
Σε λίγο
Πέρασα από μέσα σου
Μα δε σε άγγιξα
Το τέλος μπορεί να έρθει
Όπως τα πουλιά που θα ξανάρχονται
Ξανά και ξανά στον κύκλο τους
Μέχρι να βαρεθούν
Μέχρι να φέρουν το τέλος
Εγώ είμαι δυτικός
Δεν έχω να πω τίποτα
Δεν έχω σκοτώσει κανέναν ακόμα
Ούτε έχω σκοτωθεί
Τι θέλεις να σου πω;

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Έχω γονατισει



εχω γονατίσει
με πόδια μαχαιρια
που σχιζουν το υπεδαφος
με ματια ανοιχτα
επηρεασμενα απ τις δινες

εχω γονατισει
μπροστα σε σιδερένια πρόσωπα
πισω απ τις σκιές της επανάληψης
υπέκυψα
στους τριγμούς των άυλων,
φλογισμενους ουρανούς
ανωτερες δυναμεις απο το μεσα μου

εσκυψα
πανω σε μαρμαρινες επιγραφες
κάτω απο νεον επιγραφες
κατω απ το βαρος της ανυπαρξιας μου
κεντησα το δερμα
πληγιασα
αποκαμωμενος απ τα απεραντα
τιποτα

πηρα υπσχεσεις ,διαβεβαιωσεις
πως θα βγαλω κλαδιά
μεγαλύτερα απ το χερι μου
πως οι ριζες θα με ενωσουν

εκτελεσα
τα βηματα και τις προτροπες
στενος και ακοσμος ο τρόπος μου
δε δυναμαι
λυπαμαι
να αφουγκραστω την αναγκη
να επιστρεψω την προσοχη

αποθετω ενα βλεμμα
ερωτικο
στην απυθμενη φυση μου
στη φυση των ειδωλων
στις χαρες που εκσφενδονισα
τις επικρατέστερες
 ήρθε η ωρα
να αποσυνδεθω
γαληνια
να επιπλευσω απεγνωσμενα
να χαθω θαραλλεα
με ενα τρομακτικο θορυβο
απουσιας

καληνυχτα ανθρωποτητα

Έμμετρο


ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΚΙ ΑΠΟΧΩΡΩ
ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΟΥ ΣΤΕΝΟ
ΓΥΡΝΑΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ
ΚΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΖΑΜΙ ΑΔΕΙΑΝΟ
ΔΕ ΒΛΕΠΩ ΠΙΑ ΕΧΘΡΟ
ΔΕ ΔΕΧΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΑΛΗ
ΑΝΑΜΑΣΑΩ ΤΟ ΚΕΝΟ
ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΜΟΥ ΚΑΙΡΟ
ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟΣ
ΜΗΠΩΣ ΜΕ ΔΕΙ ΝΑ ΛΑΧΤΑΡΩ
ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΕΑΥΤΟ
ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΔΙΩΓΜΕΝΟΣ
ΚΙ ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΗΡΘΕ Η ΣΠΟΥΔΗ
ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΟΥ ΚΑΜΠΗ
ΜΟΙΡΑΖΩ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΚΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΒΑΡΙΑ
ΜΕ ΚΑΘΕ ΡΟΥΦΗΞΙΑ
ΣΑΝ ΑΠΕΙΡΟΙ ΧΕΙΜΩΝΕΣ
ΚΙ ΟΛΟ ΣΑ ΒΡΕΦΟΣ ΑΠΟΡΩ
ΠΩς ΕΦΤΑΣΑ ΕΔΩ
ΖΥΓΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΛΗΘΗ
ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ ,ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ
ΟΙ ΨΕΥΤΙΚΟΙ ΚΑΗΜΟΙ
ΠΟΥ ΜΕ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΣΠΙΤΙ
ΚΑΤΩ ΑΠ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΞΕΧΑΣΤΗΚΑ ΘΑΡΕΙΣ
ΝΑ ΠΛΕΞΩ ΤΗ ΦΩΛΙΑ ΜΟΥ
ΝΑΧΕΙ ΜΙΑ ΒΑΣΗ ΣΤΕΡΕΗ
ΚΑΙ ΕΓΧΡΩΜΟ ΣΑΣΙ
ΣΑ ΛΥΚΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΙΑ ΜΟΥ
ΙΣΩΣ ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΛΟΓΗ
ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΗ
ΚΑΙ ΣΥΝΟΡΑ ΝΑ ΒΑΛΕΙ
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟ ΔΙΑΦΑΝΟ
ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΓΩ
ΔΙΑΦΑΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ
ΘΑΠΡΕΠΕ ΝΑΧΑ ΜΙΑ ΟΡΜΗ
ΜΙΑ ΕΥΣΧΗΜΗ ΡΟΠΗ
ΣΕ ΜΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
ΝΑ ΦΤΙΑΞΩ ΜΑ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΧΤΩ
ΝΑ ΑΡΠΑΞΩ ΧΕΡΙ ΣΤΟ ΧΟΡΟ
ΝΑ ΑΓΓΙΞΩ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ
ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΩ
ΣΕ ΧΩΡΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ
ΧΩΡΙΣ ΜΙΑ ΤΑΜΠΕΛΙΤΣΑ
ΝΑ ΨΗΛΑΦΙΣΩ ΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
ΠΟΥ ΜΟΥ ΔΩΣΕ ΤΟ ΧΤΕΣ
ΚΛΕΙΣΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ
ΝΑ ΜΗΝ ΑΙΣΘΑΝΟΜΙΑ ΡΟΕΣ
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΜΑΓΙΚΕΣ
ΠΟΥ ΣΤ ΟΝΕΙΡΟ ΜΕ ΒΓΑΖΟΥΝ
ΝΑ ΛΙΩΣΩ, Ν' ΑΦΟΜΟΙΩΘΩ
ΣΤΟΝ ΕΥΠΕΠΤΟ ΑΥΤΟ ΣΩΡΟ
ΠΟΥ ΜΑΛΛΟΝ ΜΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Παπαρούνες ,με χωρίς




Προχώρησε με δυσκολία .Μπροστά .Επιφυλακτικά. Στο σκοτεινό δρομάκι που ξαφνικά βρέθηκε .Χάθηκε. Τώρα το αντιλήφθηκε .Οι παλμοί άρχισαν ν αυξάνονται .Περιοδικά όμως. Σταμάτησε για λίγο. Κοίταξε πίσω .Ασυναίσθητα ; Καθόλου .Και συ αυτό θα έκανες στη θέση του ,ο κάθε άνθρωπος ,μια κίνηση δεδομένη όταν αισθάνεσαι ότι πλησιάζει ο κίνδυνος. Πισώπλατα .Το χειρότερο του .Μας. Ο αιφνιδιασμός .Δε σ ενοχλεί ,δε σε φοβίζει τόσο ,αυτό που βλέπεις ,όσο το πίσω ,το άγνωστο .Αυτό που θα ’ρθει από πίσω και δε θα το δεις ποτέ ,παρά θα σωριαστείς αιμόφυρτος ,ή απλά κοκαλωμένος γνωρίζοντας πως πλησιάζει αποτρόπαιο .Το τέλος .Το Τέλος και το Πίσω .Τα δύσκολα πράγματα της ζωής .Αυτό που άφησες πίσω ,αυτό που σε κυνηγάει ,αυτό που έκανες .Πιο πολύ, αυτό που δεν έκανες .Όχι ,όχι τα λάθη .Αυτά τα προσπερνάς .Αν δεν είναι λάθη .Τα άλλα .Αυτά που δεν πρόλαβες .Που δεν θα προλάβεις πλέον να κάνεις .Την αδικία αυτή .Όχι ,όχι το ξαφνικό ,το δικό σου .Αυτό που θα σου στερήσει ο άγνωστος .Άδικα .Αδικία .Η πρώτη σκέψη .Η δύναμη που κινεί τον κόσμο .Απ αρχής του .Δε το χωνεύεις ; Δε το χωνεύει ; Αδικία. Μία σκέψη που δε θα κάνεις σχεδόν ποτέ μόνος ατενίζοντας ένα έναστρο ουρανό μια καλοκαιρινή νύχτα ,με τη θάλασσα να παφλάζει λίγο μακριά .Ούτε μια ηλιόλουστη μέρα βαδίζοντας σ ένα λιβάδι με παπαρούνες ,αναζητώντας τη σκιά ενός παχύφυλλου δέντρου .Μόνος .Ανενόχλητος .Εκτός και αν; Εκτός και αν κρύβεσαι από τον εχθρό που σε κυνηγάει ξωπίσω να σε σκοτώσει και του έχεις ξεφύγει .Έχεις μια ευκαιρία να ατενίσεις τον ουρανό ,τον ηλιόλουστο .Άλλες σκέψεις .Η σκέψη η γαλήνια όταν λες «θα θελα να ‘σουν και συ εδώ» και η σκέψη «εύχομαι να μην ήσουν ποτέ εδώ». Γιατί ; Ίσως να είσαι ο βασανιστής που επανέρχεσαι κάθε μια ώρα να επιτελέσεις το έργο σου στη σάρκα μου .Ίσως να είσαι αυτός που με σπρώχνει οδηγώντας με στο εκτελεστικό απόσπασμα .Ο ίδιος ουρανός ,ο ηλιόλουστος και οι ίδιες παπαρούνες. Οι παπαρούνες της φρίκης .
Ο ίδιος έναστρος ουρανός σε μια γαλήνια θάλασσα μόλις έχεις διασωθεί από ένα ναυάγιο, επιπλέοντας στα σκοτεινά νερά ενός απέραντου ωκεανού, παρακαλώντας ,εκλιπαρώντας να είσαι ,να παραμείνεις μόνος ,εκεί πάνω ,χωρίς καμία παρουσία παρείσακτου οργανισμού που θα σε χρησιμοποιήσει για την επιβίωση του ως μεζέ ,προσευχόμενος να περάσει αυτή η νύχτα η έναστρη και να ‘ρθει η αυγή όπου όλα λούζονται στο φως ,ξεκάθαρα ,φαίνονται ,λες και τα ψάρια κοιμούνται τη μέρα .Η σκέψη ενεργοποιείται στον κίνδυνο ,στο φόβο ,στη γαλήνη ,στην ηρεμία .Στη μοναξιά. Και το υπόλοιπο; Αυτό που κάνουμε άσκεπτα ,απερίσκεπτα ,μηχανικά ,μέρα τη μέρα; Έμεινες ποτέ 2 μέρες χωρίς φαί ;Έμεινες χωρίς νερό για μια μέρα κάτω απ τον ήλιο ; Από τυχαίο συμβάν ή από ανάγκη ;Χάθηκες ποτέ σε δρόμους μιας ξένης μεγαλούπολης γνωρίζοντας πως επ’ ουδενί σου επιτρέπεται να χαθείς, σ αυτό το συγκεκριμένο ,για τους κατοίκους της γειτονιάς αυτής ,αφηρημένο, αφιλόξενο και εξαιρετικά επικίνδυνο,για σένα,δρόμο ;     
Και όταν γλιτώσεις; Από το φόβο ,από το περιβάλλον ,από τη στιγμή .Βρεθείς σε ασφαλές ,γνώριμο έδαφος ,με αγαπημένα πρόσωπα να σε περιτριγυρίζουν ,μια ακόμα ,σημαντική ,ασήμαντη μέρα, νύχτα της ζωής σου .Τι κάνεις ;Επιστρέφεις ;Το ξεχνάς .Δεν ξαναπάς ;Πως σε ορίζει μετά; Η αδικία .Η αχαριστία .Η ευγνωμοσύνη .Η απερισκεψία.
.Η αδικία συνεχίζει  .Υφίσταται .Εξυφαίνεται ,εξαπλώνεται ,κυριαρχεί ,σα πλοκάμια άγνωστης προέλευσης εξωγήινου όντος από σκηνή φρίκης στο όριο του φανταστικού και επιστημονικής φαντασίας κινηματογράφου .Είναι όμως αφανής .Κινείται υπόγεια και κατατρώει το μέσα σου .Εσύ είσαι μέρος της ,αυτός ,όλοι μας.
Ζούμε .Εσύ πέρασες τα δύσκολα .Δεν υπάρχει για σένα πλέον.
Υφίστασαι επειδή υφίσταται .Έχεις ότι σου δίνει .Δεν υπάρχει .Δεν φαίνεται .Έξω απ το φως των ματιών .Τώρα .Την ώρα που τρως ,αφοδεύεις ,συνουσιάζεσαι ,χορεύεις ,διασκεδάζεις .Μέχρι την επόμενη φορά .
Το μολυσμένο ρεύμα διαπερνά ,την τηλεόραση ,το στερεοφωνικό ,το βίντεο ,το θερμοσίφωνα ,τον ηλεκτρονικό υπολογιστή .Τα παπούτσια σου ουρλιάζουν ,μικρά στόματα παιδιών κακοποιημένα, πεινασμένα ,εξαθλιωμένα .Οι ίνες απ τα ρούχα σου κουβαλούν όλο το αίμα του κόσμου ,στάζουν αίμα .Αθώων ;Αθώων ; Άμοιρων .Άτυχων .Που έτυχε να βρίσκονται στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Χωρίς όμως την επιλογή του σωστού μέρους και της σωστής στιγμής .Χωρίς επιλογή. Χωρίς .Εσύ ,εγώ, αυτός ,με ,ο άλλος, χωρίς .Με χωρίς ,που λέμε .Μια πίτα ,σουβλάκι, οτιδήποτε τέλος πάντων ,με χωρίς ,κρεμμύδι ,κέτσαπ ,μουστάρδα, με χωρίς κάτι .Δε γίνεται λένε .Δεν υπάρχει «με χωρίς» .Είναι ή με ,ή ,χωρίς.
Είναι « με χωρίς».
«Είμαι χωρίς». Χωρίς πατρίδα ,χωρίς χώρα ,χωρίς μέλλον ,χωρίς σπίτι, χωρίς τροφή ,χωρίς νερό ,χωρίς μάνα ,πατέρα ,αδερφό, αδερφή, χέρι ,πόδι ,μάτι, χωρίς ζωή. Δε το επέλεξα .Ξύπνησα στον κόσμο από μια βόμβα ,έναν πύραυλο καβάλησα, μια σφαίρα κυνήγησα ,μες στα λιβάδια με τις παπαρούνες .Τις κόκκινες .Που εσένα σου θυμίζουν τον έρωτα. Εμένα ίσως ποτέ .Να μη μου θύμιζαν ή θυμίζουν τίποτα .Μπορεί φόβο ,τρόμο ,φρίκη .Μπορεί τίποτα. Μπορεί ο έρωτας να μη μου θυμίζει τίποτα .Μπορεί να μη μου θυμίζει κάτι που δε γνωρίζω ,όπως εσύ δε γνωρίζεις την αδικία .Μέχρι την επόμενη φορά …          

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Ισορροπία



Ας μη μιλήσουμε για μας
Ας μιλάμε πλέον για τα σύννεφα
Για τα χιόνια στα βουνά
Για τη φωτιά και το τσουκάλι
Για την τροφή
που αποζητά τόσο ο κόσμος
Για τα μολυσμένα κύτταρα
και τα μαραμένα νούφαρα στις λίμνες
Όχι άλλο για προσωπικές ανησυχίες
που κάνουν τον καρπό να σαπίζει
Ούτε για μουσικές
που ενώνουν ,που χωρίζουν
Ας μιλήσουμε για το βόμβο του σμήνους
την ανάγκη του που κρέμεται
Τα σιγοψιθυρίσματα  των σκαθαριών
που μας τιμούν μέσα στο χώμα
Τα καλειδοσκόπια της ψευδαίσθησης
ίσως να διαλύσουν
την πανδαισία την υπαρκτή
Ας μιλήσουμε για τα χέρσα χωράφια
και το σπόρο που μάταια κείται
Το νερό της βροχής που θρέφει τους ουρανίσκους
των θηλαστικών
Αυτό που μας αποζητά έχοντας νοηθεί
Ας μιλήσουμε πλέον για μας
Τον ένα με τον άλλο
σειρά κλαδιά
το ψηφιδωτό στο Σύμπαν
τις γκρεμισμένες στέγες ανήλιαγων σπιτιών
από θειάφι και σπέρμα κακό
από κάρβουνο και διαμάντια αστραφτερά
Ας αφήσουμε τα πάθη για μετά
Μετά το τέλος του υπάρχοντος ουρανού
Αυτού που κοιτά νωχελικά ο ερωδιός ζευγαρώνοντας
Ας γυρίσουμε πίσω
στα πρώτα βήματα του νου
εκεί όπου ΄δάκρυζαν από συγκίνηση οι κερασιές
χασκογελούσαν οι αγριόχοιροι
μπρος στις ατέλειωτες ξιφασκίες των μάταιων
χλευάζοντας τις εκρήξεις των σπλάχνων της
οι ρίζες και τα βρύα
βέβαια πως θα επικρατήσουν
πάνω σε κρανία αιματοφορεμένων ασπίδων
σα λιπάσματα αέναα στον πόλεμο της
Και μεις πλάσματα είμαστε
τροφή θα ζητήσουμε κι ας τη στερούν
να μας αρκεί η τροφή και όχι παραπάνω
απ την τροφή του διπλανού
Όταν οι πόρτες θ ανοίξουν
και θα ξεχυθούν οι σωρεύσεις
να καταπνίξουν τους σωρείτες
εμείς θα ξαποσταίνουμε
κάτω απ τη σκιά του παχύφυλλου
θα βουτάμε στις καλαμιές
και θα σας βλέπουμε από ψηλά
Θα σας απλώσουμε το χέρι
και σεις από φόβο τότε
θα συρθείτε ξοπίσω
μέχρι να επέλθει
η Ισορροπία


Άοκνα



Άοκνα  σύννεφα και άοκνες εκτάσεις

εκεί που ζούμε τις μικρές μας παραστάσεις

εκεί που θέλησες στο μέλλον ν ‘αποδράσεις

με μονοπάτια από τσιμέντο και χαρτί



Άοκνες θύμησες και άοκνες προτάσεις

μεθυστικές προσωπικές σου ανατάσεις

άσαρκα άστρα λαμπυρίζουν στις εντάσεις

σε μια τρελή μυσταγωγία της ζωής



Άοκνα ζήτησες το μέλι να κεράσεις

στους γαλαξίες που διπλώνουν να περάσεις

στους μύριους πόθους και μικρές μας αναστάσεις

το χώμα σίδερο , αχάτη φυλακή



Περικοκλάδες ανατέλλουν στις διαβάσεις

σε σπρώχνει η μοίρα τα μικρά να προσπεράσεις

σε κήπους ζωηρούς το αύριο να διαβάσεις

εξημερώνοντας αγρίμια και στρατούς



Η ανθρωπότητα ξεπέρασε το νήμα

εκεί που άλλοτε σε ξέβρασε το κύμα

συμμορφωμένος με την ίδια σου ευθεία

ακολουθώντας τις αρχέγονες κλωστές



Ένα το φως και μπρος στη φύση σου προβάλει

παιδία του ήλιου με στεφάνια στο κεφάλι

οι νικητές από μια κόλαση μεγάλη

αφήνουν πίσω τα σκοτάδια μιας ζωής



που τη σημάδεψαν ανέλπιδες αιτίες

καταστροφές ,ευτελισμοί ,υπεραξίες

ο υπερούσιος τροφός που ξεπροβάλει

υπενθυμίζει τις μεγάλες προσταγές



Να ζεις στα έμβια και ν ‘αγαπάς με βία

Όσα χαρίστηκαν και έχουν ξεχαστεί

Την ακατάπαυστη βουή και τη σοφία

Που ’χουν τα σπλάχνα και οι ρίζες μες στη γη






Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Στον αιγιαλό



Στον αιγιαλό

Στον αιγιαλό
Εκεί μπροστά να ζήσω
Να ατενίζω το άπειρο ,της θαλάσσιας μάζας
Να καταπατήσω και να καταπατηθώ
Εκεί στο φλοίσβο
Στον παφλασμό των κυματικών αναδιπλώσεων
Τον ασύμβατο
Με την ψιλή άμμο
Να αράξω
Να απλωθώ
Πίσω απ τον ορίζοντα
Πίσω απ τη ζωή να συνεχίσω να ζω
Πίσω απ τις αξίες
Μπροστά στην απλότητα που μου προσφέρεται απλόχερα
Να ξεχάσω τις ανάγκες
Την πόση ,τη βρώση ,την ηδονή
Τις ηδονές
Να απλωθώ
Σημαινόμενος
Σημαντικός
Ασήμαντος
Εκεί που ξεβράζονται τα κουφάρια
Κακοφορμισμενα ,ακέφαλα
Τα συντρίμμια
Που αυτοανακοινώνονται
Που αυτοπροσδιορίζονται
Και τώρα που το σκέφτομαι
Θέλω να γίνω δράκος
Να ΣΑΣ κάψω με τη φωτιά μου
Μα είμαι ένας γεωσκώληκας
Αναδεύοντας το υπέδαφος
Θα είμαι
Αηδιασμένος μάλλον
Από την άμμο
Χώμα τρώω
Αλλά στον αιγιαλό
Όλα αλλάζουν
Και συ
Αφήστε με να πω ελεύθερα
Ή φυλακίστε με
Ποιος μπορεί να ζήσει χωρίς φυλακή;
Ποιος μπορεί να σκαλίσει την άμμο;
Πρωινές αναλαμπές
Δειλινά αξημέρωτα
Μια ύστατη λάμψη
Και πόθος
Δίψα
Θα σε ξεδιψάσει ο αιγιαλός
Θα σε ξεδιψάσει το μάτι
Θα σε διασύρει η δροσιά
Ο ευτελισμός των πέντε αισθήσεων
Και η έκτη η ανίκητη
Ο αιγιαλός θα μετεωρίζεται
Αγέρωχος
Και συ θα ακουμπάς τα χείλη σου
Πάνω στις σάρκες
Απαραίτητος
Παραιτημένος
Στον αιγιαλό όλα αλλάζουν
Και πάντα μένουν ίδια
Σαν εσένα



Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Εναγκαλισμός


Εναγκαλισμός

 

Όλα ήταν ένα

Πλέοντας ,προσκρούοντας στις ονειρικές εκλάμψεις

Στον παφλασμό ,στην αιώρηση

Ο βράχος με τα φύκια

Ηλιαχτίδες που διαπερνούν τη σάρκα

Σείοντας το αρχέγονο

Ανάβλυζε το αιώνιο νερό

Ανάδειξε την εσώτερη ομορφιά

Τη λάμψη που κυριαρχεί στα μάτια

Έπλυνε τις πληγές του ανθρώπινου

Με τον παλμό των χορδών

Με απαλές κινήσεις απομακρύνονταν ο χρόνος

Εκκωφαντικές ,εξωαστρικές εκρήξεις που δε χωρούν

Στην άκρη των χειλιών

Στη σπιρτάδα της υπαρξης

Η ανυπαρξία της στιγμής

Οι ατέρμονες ταλαντώσεις

Το συνεχές ,το διηνεκές ,η λύτρωση

Συμβάλλοντας , καλλιεργώντας ,αναδημιουργία

Ενεργειακή σπείρα ,ανασύσταση

Διαστολή της συναίσθησης

Ένα άγγιγμα ,μια υποψία χαμόγελου

Κάτω από ένα δένδρο ,κάτω από ένα άστρο

Σε μια αστρική κοιλάδα

Μέσα στις φυλλωσιές

Η συμφιλίωση

Η συμβίωση των ειδών ,αλληλεξάρτηση ,αλληλοβίωση

Η ροή των υδάτων ,το ασημοπράσινο φύλλο

Η πλοήγηση των όντων

Ο χορός των δελφινιών ,ο εναγκαλισμός

Μια στάλα φωτός ,μια σύσπαση στο μάγουλο

Ένα θρόισμα στο απομεσήμερο

Το μεθυστικό στροβίλισμα των σταχυών

Οι ήχοι της βρόχινης επιφάνειας

Διάθλαση, εξαύλωση

Η αλληλουχία των αισθήσεων

Στιλπνό ,ποώδες ,εύηχο

Σύνθεση ,πνοή ,απόδοση

Το ευ των αισθήσεων

Η ανάλαφρη αρμονία

Η οποιαδήποτε αγάπη

 

 

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

iχνη

Θέλω να χαθούν τα ίχνη μου
να σβηστούν
να απολέσω το βάρος της αιωνιότητας
του εγκλωβισμού σε ένα σαρκίο
με αντοχές,δυνατότητες και εγκοπές
την εγκόλπωση του μπλε
του υδάτινου τείχους που με προσπερνά ολένα
μέρα τη μέρα ,μαζί με το φόβο
τον αγνωστο κανόνα
να γίνω σάρκινη άμμος
που σκορπούν ανόθευτα τα παιδάκια στα προσωρινά κάστρα τους
να γίνω ηχώ του κάποτε ,να μεθύσω με το Τώρα ,το αδυσώπητο
σαν ηλιαχτίδα που ξεσπά πίσω απ το λευκοστόλιστο όρος της ξερολιθιάς
σαν ήλιος που καταπίνει την απέραντη έκταση λίγο πριν σβήσει με παφλασμό
σα τις καρδιές που σκιρτούν μέσα στα άσπρα δρομάκια
κατω απ τη λάμπα φθορισμού που τρέμει επικίνδυνα
να συρθώ μες στις κάθε λογής γωνιές
χωρίς την απειλή της αιχμηρότητας
να κυλιστώ στην άλμη του μεσημεριού
και στα βραχάκια που μεσουρανεί ο κάβουρας
να γίνω ένα με μένα
μια αναρριχητική παραφυάδα ππυ σκαρφαλώνει στις ασβεστένιες στέγες
αυτά τα ροδοκόκκινα άνθια που αιχμαλωτίζουν μανιασμένα ζευγάρια παπαράτσι
σ αυτές τις πέτρες που λες και υπάρχουν για ένα και μόνο σκοπό
να περπάτηθούν ,να μετρηθούν με τα βήματα ,με το ποδοβολητό των αλογων
επισημαίνοντας τον ερχομό σου
στους ανέμους που κονταροχτυπίουνται ποιος θα υπερισχύσει στο δέρμα
μεταφέροντας ,λέιψανα άλλων εποχών ,σημαίων που γδάρθηκαν
πολιορκημένων κραυγών ,ματωμένων ξεπεσμών
σ ένα μεσήμερο φως που τα σκεπάζει όλα
τα φτερά των πουλιών ,την ασημόσκονη στα χέρια
τις επιπλέουσες προσπάθειες ,την προσωρινή νίκη του εφήμερου
τα ακαρδα ψαροκάικα που τσαλακώνουν τη γυαλιστερή επιφάνεια σου
τις μυλόπετρες που ακόμα γυρνούν κι ας έχουν σωπάσει χρόνια
το ταξίδι που χρόνια συνεχίζεται ,πάντα στο ίδιο μέρος
την αστείρευτη πηγή που πρωτογέννησες
τη διύληση της ευτυχίας,τον ανικανοποίητο αλαλλαγμό
τη μέθη που προσφέρουν δύο νεάρές υπάρξεις
στη σύγχυση της αλήθειας με το "θέλω"
να ζητώ να υπάρχω
σαν ίχνος που ξεχάστηκε ...

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Για τους δρόμους τους μικρούς

Θέλω να βρω ένα ποίημα που να μιλάει για δρόμους
Όχι  για ανομολόγητα πάθη του γελοίου γένους των ανθρώπων
Μόνο για δρόμους
Όχι για δρόμους μεγάλους και πολυσύχναστους
Μόνο για κείνα τα δρομάκια τα παράπλευρα από τις ασφάλτους
Και τις εθνικές οδούς
Στρωμένα με χώμα ,πλαισιωμένα με τα χλωμά δεντράκια
Αυτά που βλέπεις απ το τζάμι και το μάτι σου χάνεται στις άκρες του ορίζοντα
Ενός ορίζοντα μαβί ,με υγροκιτρινισμένα φύλλα ,με την ανάσα του παγετού
Που εκτείνονται σε προορισμούς άγνωστους ,ασήμαντους
Περπατημένα από ανάγκη ,από βιοπορισμό ,χωρίς την αίσθηση
Χώμα και λάσπη και νερό ,χαλαζίας και κάτασπρο ,οι αντανακλάσεις του καφεπράσινου
Και δίπλα σου αυτά τα απομεινάρια ξύλου ,που έμελλε να στήσουν αυτή την εικόνα
Και η μυρωδιά της αλήθειας ,καθώς χουφτώνεις με λύσσα το αυτί σου
Να αφουγκραστεί την τελετουργία της στιγμής
Της ψυχής
Που πάλλεται αργοσβήνοντας μέσα σε αχνισμένα χωράφια
Πίσω από ρυάκια και κανάλια ,τα κοάσματα και οι τριγμοί
Το άγριο στάχυ που δέρνει τον άνεμο
Και τα ζωύφια που αναστατώνουν τους αμανίτες
Υπάρχουμε και εμείς



Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Ξημέρωμα ,κοσμήματα ,νυχτερινό

Ξημέρωμα ,κοσμήματα ,νυχτερινό

Καθώς περπατώ θυμίζω τις λευκές ιαχές των ποδηλατων
Το λευκο που χάνεται πίσω από τσιμεντένιους τοίχους
Τη στροφή στη γωνία, εκεί που ξεδιπλώναμε τις διαμαντένιες θλίψεις
Την έκρηξη της διαύγειας στον ψίθυρο
Κοιμήσου απαλά με πούπουλα στη λεπίδα
Στο συνεχές ξημέρωμα
Σταματώ να σε μυρίσω
Δε χάνεσαι ,στο κλάμα του μωρού
Διαθλάται ο νους και χαυνώνονται τα άκρα
Αναζητήσεις μεγάλων ηπείρων
μέσα στο γρασίδι,μέσα στα χόρτα
στη χορταριασμένη επιφάνεια
Ακριβώς την ώρα που το πέταλο ανοίγει δροσισμένο
και αμβλύνεται ο κορμός
Περίσσεψαν οι σφαίρες οι γυάλινες
Η αντανάκλαση ,το ειδώλιο
Νεκρά κοσμήματα ασάλευτα
Με το νερό να παλλεται
Νερό, λουσμένα κοσμήματα
Φωταψία και θαλπωρή
Λυγισμένα
Κάμπτονται στο μεσημβρινό θέρος
μέχρι να τ' αρπάξει η νύχτα

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Ένας Ιούνιος, ένας Ιούλιος ...

Θυμωμένο όστρακο (Ιούλιος)

Καθώς το φως παιχνιδίζει στο καθρέφτισμα των ματιών σου
θυμάμαι την καταστροφή των ηρωικών μου παρορμήσεων
Θυμάμαι
Το θυμωμένο όστρακο
Την εθελούσια αγέλη
Το σάκο των διατυμπανίσεων
Την οργισμένη κάθοδο
Μιας ιδέας
Την άνωση
Της αιμάτινης ύλης
Τις φλέβες να κρούονται
Απ το βάρος της επιδίωξης
Της σύντηξης
Και μια απαλή καταχνιά να κάθεται
πάνω στους οργανισμούς
πάνω στα σώματα που μας έθρεψαν
υποδηλώνοντας ζωή
ζωή που πάλλεται
μέσα στο θυμωμένο όστρακο .
Ζωή που θα επικρατήσει


Ζητώ (Ιούνιος)

Για όλα τα αδέρφια μου που σταμάτησαν
Τα αδέρφια μου που χάθηκαν σε μάταια παζάρια
Το αίμα μου που χύθηκε σε οχετούς ακολασίας
Τα σπλάχνα μου που διερράγησαν παρακολουθώντας πτώσεις
Ζητώ το λόγο
Για τα αδέρφια που ατένισαν μαύρες ανατολές
Τις φλέβες μου που εγκωμίασαν νέα δεινά
Τις τσέπες μου που άδειασαν από ευχές
Τα ψίχουλα που κυλίστηκαν χωρίς να δείχνουν
Ζητώ το λόγο
Σπρώχνοντας σπρώχνοντας σπρώχνοντας
Αυτή τη μάζα
Από ληγμένες αποφάσεις
Παραδομένα τα παιδιά στα σαγόνια
Της αδηφάγας αδιαφορίας
Γι αυτά τα παιδιά
Ζητώ το λόγο
Ζητώ το λόγο τώρα
Που γκρεμοτσακίζομαι σε αμφίβολες οργές
Στα βράχια μιας ανόμοιας μοναξίας
Τη μοναξιά του πέφτοντα
Τη μοναξιά της ξερολιθιάς μα και της αρμύρας
Του απύθμενου βυθού μα και της φωτεινής επιφάνειας
Τώρα ζητώ το λόγο
Τότε απλά τηρούσα

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Άλλαξε ...

Άλλαξε το χρώμα μα όχι η συνηθεια ...

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Ξαπλωμένος σε μια ρωγμή της σπείρας

Αναδεύοντας κλεμμένες υποσχέσεις

Περιορίζοντας τις οπτικές σκιάσεις

Διεσταλμένος ,διαθλώμενος ,απόγειος

Προσδιχορίζοντας

ΣΤο βάθος

Η παραμονή

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

Οι καλημέρες ...

Οι καλημέρες των ερώτων

Οι σαγιονάρες των ανεκπλήρωτων πόθων μας .Σουλατσάρουν με χάρη ,με μανία πάνω στο χωματόδρομο ,μέσα στα μίνι μάρκετ των ερώτων πάνω στα κεφάλια μας ,αφήνουν σημάδια Made In China ,σημάδια χάδια ,περαστικές ,ανέμελες αιμοβόρες ,διάχυτες σαν τον άνεμο ,πάνω μας ,ανελέητες ,θερμογόνες αιτιάσεις για μια αυτοκτονία και για μια γέννεση .Σταματούν για λίγο χαμογελούν ,συναγελάζονται ,φορούν μαυρισμένα κορμιά ,κατακόκκινες περιηγήσεις , αγοράζουν τσιγάρα και γάλα και ξεπλένουν με άσπρο φως το πρωινό .Δοκιμάζουν τις αισθήσεις μας με αντηλιακά χαμηλού βαθμού προστασίας απροστάτευτοι πίσω από τον πάγκο με τις κονσέρβες και παιχνιδίζουν στο κύμα του σωρού των προσφορών από καλλυντικές αναθυμιάσεις .Μας οδηγούν στο πλησιέστερο ψυγείο από δροσερές πορτοκαλάδες και χυμούς ,μας περιπαίζουν με αγορές κάτω του μετρίου ,πισωπατούν μπροστά στη θωριά του κρεμώδους φόντου ,ενθουσιάζουν και ενθουσιάζονται αφήνοντας μικρά ρεβιθιά, χαμόγελα πάνω στο λαβύρινθο κι ύστερα χάνονται ξαφνικά ,χαυνωτικά ,νομίζοντας πως πλήρωσαν το αληθινό αντίτιμο στο ταμείο των καλοκαιρινών ηδονών .Μετά ο ήλιος, τόσο καταλυτικός που θα ‘ θελες να ξεχυθείς μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων ,να κελαϊδίσεις τη ραστώνη της μέρας ,τη σκόνη που σηκώνουν τα περαστικά αμάξια με το τρέιλερ να βουτήξεις στα βουνά που υψώνονται γύρω ,να γυρίσεις γύρω από τα στέκια τους κι αυτές νάτες εκεί πίσω σου γύρω σου μπροστά σου ,απειλητικές μαινάδες ,μπροστά στους πάγκους με τα ροδάκινα .Ένας παγωμένος φραπέ, καφέ σαν την επιθυμία θα καταπραΰνει τη σύληση …

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Πέρασαν ..

Πέρασαν οι μέρες που χαμογελούσα .Οι μέρες που ανακτούσα τη σιωπή μέσα από τη νηνεμία των καιρών .Ανάξιος θρόνος γελοία προσμονή των αμοιβών σε ένα μάταιο κυκλικό πανηγύρι ,με σαλτιμπάγκους και φαντάσματα ,τρομαχτικές μορφές και ήπιες δράσεις ας τους τώρα να σε πάρουν απ ‘το χέρι και να σε σύρουν σε κοιτάσματα πίσσας με τα απλωμένα χέρια τους να μισούν κάθε έκφραση πάνω στο καταρρακωμένο σώμα σου ,κάθε μικρό χαμόγελο που αποπειράται να πέσει μέσα στην παγωμένη σου νύχτα ,ας’ τους να παρασύρουν τις νοήσεις με αυτή τη διαστροφική πεποίθηση πως ο νοών θα θυσιαστεί εις χάριν του θεάματος πως κι αυτή η μουσική δεν σου πρέπει ,αυτή που τώρα ακούγεται ,αλλάξτε το ρυθμό το τέμπο τις μελωδίες ,σκοτείνιασε στα έγκατα σου και αναδύεται το άμετρο μίσος ,ανοίξτε τις πύλες τις φωτιάς ,μ ‘ακούτε ,είμαι εδώ , και χάνομαι ,μέρα τη μέρα ,γουλιά τη γουλιά ,χάνομαι στο λειασμένο τοπίο σας ,χάνομαι στις κορεσμένες συγκεντρώσεις σας ,στα ανήλιαγα σας χάδια ,στο ανούσιο σας νάιλον ,στις κομπορρημοσύνες σας και τα κάθε εκτροχιασμένα σας «Ζήτω» ,σ αυτή τη λαίμαργη σιωπή που απειλεί να μας καθιερώσει σαν τις μορφές που αποδιώχναμε μέσα στους ραγισμένους αντικατοπτρισμούς μας ,ναι τα θέλω όλα και όλα τώρα ,πριν να είναι αργά για όλους μας ,ουρλιάζω μανιασμένα πως δεν είναι έτσι ,δεν το είχα φανταστεί ,δεν καταλαβαίνεται, πως το χείλος μας πλησιάζει πως συντρίβετε με μανία τις απελπισμένες μου προσπάθειες ,πως και γω τώρα σας ακολουθώ πειθήνια μέχρι τη νέα μου ανταμοιβή μέχρι να πάρω το μερτικό μου και να μου γλύψετε τις πληγές ,να συναινέσω και να αναβάλλω να συναινέσω και να αναβάλλω να συναινέσω και να αναβάλλω ,να συναινέσω και να αναβάλλω …

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Η λάμψη που λησμονήσαμε

Επιτέλους μια στιγμή διαύγειας .Τα αστέρια μας λοιδορούν που δεν τα συμπονέσαμε ,τόσο καιρό μόνα ,χωρίς εμάς ,χωρίς αυτά ,την ίδια την ύλη που μας ενώνει .Λαμπύριζαν ανέμελα χωρίς να μας βλέπουν ,μα μας ήθελαν ,να επιβεβαιώσουμε τη λάμψη τους .Μας είχαν ανάγκη τα ‘αστέρια .Και ‘μεις αποστρέφαμε το βλέμμα εκδικητικά , προς εκείνα ,προς εμάς ; ,προς το αιώνιο ,το αέναο αυτό που μας τρόμαζε ,μας έβγαζε τα σωθικά ,κι αυτά προσπαθούσαν ,κατέβαλλαν ,καταβάλλονταν ,μα ήταν εκεί ,δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν ,αυτό ήταν ,αντανακλούσαν ,ήταν καθρέπτες .Μα τι αξία έχει ένα ς καθρέπτης χωρίς το είδωλο ; Για μας υπήρχαν ,απλά ,πάντα ,συνεχώς , αυτά όμως γνώριζαν πως ήταν εκεί για μας και εκλιπαρούσαν για λίγη συμπόνια .Εμείς αμαθείς ,ως είθισται και αυτοκαταστροφικοί κατεβάζαμε τα μάτια, με μανία ,να καταβροχθίσουμε το χώμα ,το ίδιο υλικό μας ,να καταπιούμε τόνους τσιμέντο και άσφαλτο και πέτρα ,τα υλικά της δικής μας διανόησης ,με την ψευδαίσθηση ότι μας ανήκουν και δεν πληγώνονται στην κακομεταχείριση μας .Και η λάμψη πουθενά , στα τείχη που υψώσαμε περιπαιχτικά , σχεδόν αδιαπέραστα … Κι έφτανε μόνο μια κίνηση για ν’ αποκτήσουν όλα νόημα μα η κίνηση αυτή είχε αποτραπεί από τις συνήθεις αντιδράσεις …Και τότε ανέλαβε μια αίσθηση ,μας έκλεισε γλυκά τα μάτια , απάλυνε την ψευδαίσθηση , τις άγριες αλήθειες ,που τόσο αχόρταγα επιζητούσαμε …και έτσι ξαπλωμένοι ,με τα μάτια κλειστά κάτω από τόνους επεξεργασμένης σκόνης ,θαμμένοι στα έγκατα ,πάψαμε να αποζητούμε .Ελαφρά στην αρχή μετά όλο πιο έντονα ,ήρθαν επισκέπτες από άλλες εποχές ,την ίδια πάντα εποχή ,αυτή τη μία ξεσηκώνοντας κύματα ευφορίας και αγαλλίασης .Και να που η λάμψη ,μέσα στο σκονισμένο μας τεχνητό σκάφανδρο έκανε την εμφάνιση της αισθητή ,και μετά άλλη μια κι άλλη ,σα μικρές φλογίτσες στην αρχή ,μετά σα πυγολαμπίδες ,όλο πιο έντονη λάμψη ,απ άκρη σ άκρη άναβαν οι πυρσοί στο σώμα ,κόκκινες εκρήξεις ,κηλίδες φωτός ξεχύνονταν και όλο και πύκνωναν .Ώσπου έγιναν μία μάζα φωτός , μια ενιαία συμπαγής λάμψη ,ώστε πλέον δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά αυτή η έντονη λάμψη , η στοργική λάμψη που τύφλωνε τις αλήθειες ,θάμπωνε τους χώρους και αφαιρούσε τα σχήματα από τις όψεις και γιγαντώνονταν και έλαμπε πλέον δυνατά με ειλικρινή ευκρίνεια . Πεταχτήκαμε τότε πάνω , έντρομοι ,ανοίξαμε τα μάταια και τα στρέψαμε στον ουρανό .Ναι τα αδέρφια μας ,οι καθρέφτες μας ήταν εκεί έλαμπαν ,σα να μας χαμογελούσαν ,σα να μας καλωσόριζαν …

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Επιστροφή ;

Σ 'αυτό τον ονειρόδρομο ,μόνο το μέλλον υπάρχει .Παρελθόν συγκλίνον ,κατακυριεύεται από την αγωνία να θρυμματιστεί , να εκδράμει προς άγνωστον .Μέχρι της παρούσης , η νεκρική σιωπή ... Το θύμα αναρρώνει ,αναπλευρίζεται ,σκονταφτει ,λιποψυχεί .Άραγε γνώριζε τη μοίρα ,ή το έκλωσε περίτεχνα στην απαρχή ,στον κυκλικό μηδενα .Μηδέν = 1, ένα άτομο ,ένα θύμα ,ένας διώκτης ,ένας καθρέπτης ,μια ,μία τιμωρία ,μια στάση , μία έκρηξη , μία αδυναμία ,εισροή της αδυναμίας της ανάγκης ,μία ,μία κάθαρση ,ειρωνικά ,αποτροπιαστικά ,απο ποιο ποσό κρέμεσαι απόψε ανάγκη μου ,αδυναμία μου ... Και τι είναι αυτά ,που κυλούν ,καίνε ,καταχαρακώνουν το πρόσωπο σα ρέματα κοφτερά ,ορίζουν τα σημάδια που άφησε πίσω ο ψεύτης πόνος ,αυτός που γελάει μπροστά στη δήθεν θριαμβολογία του ,πως σε παράτησε .Σταμάτησε ... μπορεί να πάει ήσυχος τώρα .

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

10 χρόνια πριν

Jaguar (1998)

Άγριος καιρός ,βάρβαρος

Με στοιχειωμένα δέντρα στους δρόμους

Φυσάει αέρας αχνός

Παράξενοι άνθρωποι στις άκρες του πεζοδρομίου

Ύπουλος καιρός σημαδεμένος

Ηρεμία αρρώστιας μυρίζει η πόλη

Χυμένα σκουπίδια μαζί με νερά από τα λούκια

Άγριες μέρες βάρβαρες

Τίποτα δεν κουνιέται

Σε πρώτο πλάνο η πλατεία με τις μάζες

Περιμένουν λες ,αυτή την αίσθηση

Ακινησίας παρά το τσουχτερό χάδι της ασφάλτου

Σαν κάτι να συμβαίνει και χωλαίνουν διστακτικά οι ρόδες των αυτοκινήτων

Θόρυβοι σαν σιωπές στα υπόγεια

Εξάτμιση που χάλασε και σέρνεται στο χώμα

Ήχος πνεύμονα που ασθμαίνει την πίσσα

Παραείναι γεμάτα για να είναι ολόκληρα

Περιμένουν την έκρηξη

Φλόγα φωτιά ,τσιμέντο ,ιδέα

Πίσσα ,αγρίμια ξεσκίστε τη νύχτα ουρλιάξτε

Όνειρα πορφυρά αρπάξτε ρομφαία

Σπάστε τη νίκη αυτών συντρίμμια κομμάτια

Ρίξτε παλάτια φτιάξτε καλύβια ωραία

Φυσήξτε να φύγει η σκόνη

Που κάθισε πάντα

Ρίξτε νερό να ξεπλύνει την άδικη νύχτα

Χλωμά περιστέρια ξυπνήστε και δώστε τα χέρια

Μικρέ ιαγουάρε κοιμάσαι μα δεν τους φοβάσαι

Πέρασαν μέρες πολλές ίσως να ‘ναι και χρόνια

Άγρια νύχτα στο βόρβορο και μες στη λάσπη

Ήσυχες μέρες κουφές μαριονέτες μιλούσαν

Έλεγαν πως αυτή η στιγμή είναι να ‘ρθει

Και θα ‘ρθει

Κι αν το σκεφτείς

Γιατί ζούμε που ζούμε πως ζούμε

Πίσω από οθόνες βιτρίνες τρελή ομοιότης

Παίρνουν φωτιά από εκεί ,Προμηθέας Δεσμώτης

Ξέρουν να ευγνωμονούν

Ξέρουμε να αγαπούμε

Μικρέ Ιαγουάρε ξυπνάς

Θέλουμε ,Διεκδικούμε

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

somethinlikepoetry ...old and new stuff

Όσο υπάρχει ένας καφές (Οκτώβριος 2007)

Όσο υπάρχει καφές

Θα υπάρχουν συλλαβές

Που ειπώνονται χαμηλά

Με σιγανή ρουφηξιά ,απαλά

Όσο υπάρχει καφές

Θα υπάρχουν Κυριακές

Χαμένες ζωές ,κούφιες αναστολές

Παξιμάδι βουτημένο στο χτες

Όσο υπάρχει καφές

Ένα βουητό από μηχανές

Παρασέρνουν τις οσμές

Ανήλιαγες πόλεις, ενοχές

Όσο υπάρχει ένας καφές

Μπορείς σαν άλλοτε να λες

Ο πόνος θέλει αντοχές

Ανταλλαγές και προσμονές

Μια ηλιαχτίδα στην αυλή

Όσο κρατάει ο καφές

Υποθαλάσσιες στοές

Υπέργειες αναδομές

Χέρι στο χάδι και καφές

Τραυματισμένες εξοχές

Το κομοδίνο , ο μπουφές

Το σκρίνιο έπιασε φωτιές

Όσο υπάρχει ένας καφές

Κάτι χτυπάει το παράθυρο

Κάτι σαν τείνει προς το άπειρο

Κουτσά ,νωθρά ,ανάπηρο

Όσο υπάρχουν ευωδιές

Που αναδίδει ο καφές

Σφάλισαν δάκρυα

Πλήττουν τα μάτια οι στιγμές

(Όταν γνωρίζεις με βεβαιότητα

πως ο καφές κινεί μια ανθρωπότητα

αναζητώντας αυτή την ιδιότητα

που φέρνει ανοιχτές ψυχές)

Μέσα στο σκούρο του ζουμί

Αναμοχλεύονται οι στεναγμοί

Οι σκέψεις που δεν είχες πει

Η τρέλα παίρνει λογική

Το βάρος κάνει σχετικό

Και όμορφο τον ουρανό

Και τον ανήμπορο καιρό

Σημάδι στο μηδενικό

Μέσα στο μαύρο του χωρεί

Ο κόσμος κι όσα έχεις δει

Μια λέξη άγρια και πεζή

Μια ανοησία, μια σιγή ,λυτρωτική

Όσο υπάρχει καφές

Θα κινώ τα νήματα

Της ζωής τα σκιρτήματα

Για ότι αξίζει μηνύματα

Θα τεντώνω τις χορδές του είναι

Να τις ξεπλένω με καφέ

Και μες στο μπλε

Θα χύνομαι διαλυμένος

Στο κατακάθι σκοτεινό ,κακό

Θα αφήνω όλο το σωρό

Και θα ρουφώ στην επιφάνεια

Μέσα σε άγνωστα λιμάνια

Με γνωστικούς τους ναυτικούς

Σε καρεκλάκια καθιστούς

Καφέ ρουφώντας , αναπολώντας

Τους ωκεανούς

(Μάρτιος 1999)

Ρούχα απλωμένα στις βεράντες

Αυτιά που ξεκουφάθηκαν

Απ’ των βοών τις μπάντες

Τσιμέντο , χώμα ,άμμος , υλικά

Μιας επινόησης που δε λογαριάζει

Το μετά

Σφήνωσε το χέρι στις χαραμάδες

Σε βλέπουν άχρωμες κυράδες

Να φτύνεις πάνω στα πλακάκια

Πίσσα και θειάφι τις οσμές

Στο κορμί σου μπαίνει κρύο

Δεν σου φτάνει

Η μορφή του δίσκου εκεί ψηλά

Σερβίρονται και ανήθικα και ξένα και σωστά

Συμπλήρωμα διαίτης και έλεγχος μετά

Απολωλός ,αμαρτωλός , όλα διαδικαστικά

Ηλεκτρομαγνητικές μονάδες

Αυτόφυτα και Παραφυάδες

Περιττές βρισιές και άσχημες λιακάδες

Άσιμες μέρες ,χίμαιρες και μαινάδες

Σε ποιον ορίζοντα ορίζονται

Στιμένες λέξεις ,καμινάδς

Ρίζες πολλές για να ριζώσει

Και το νερό στιφό

Εύχεσαι να μη μαραζώσει

Όλο αυτό που έρχεται σε αντίθεση

Αντίθετα τα θες για να σε σώσει

Το αύριο ας μη σε προδώσει