Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Η Εικονοποιηση του Λόγου

Η Εικονοποίηση του Λόγου Αν και θεωρώ τον κινηματογράφο σαφώς υποδεέστερη μορφή τέχνης ,από τη λογοτεχνία , εν τούτοις είναι ορισμένες φορές που η έβδομη τέχνη καταφέρνει με το δικό της τρόπο να αποδώσει μια αισθητική μοναδικότητα .Όμως στις μεταφορές βιβλίων ,έγκειται η πραγματική δυσκολία και η ουσιαστική πρόκληση .Και εκεί συνήθως ο κινηματογράφος αποτυγχάνει παταγωδώς ,διότι συνήθως εμμένει στην αφήγηση και στο κυρίως θέμα , το «σενάριο» , και αγνοεί την πολυεπίπεδη διάσταση μιας απλής ιστορίας ,αλλά και τις φιλοσοφικές αναφορές του συγγραφέα .Ακόμα όμως και να επιτυγχάνει σε αυτούς τους τομείς , είναι αυτή η προσωπική ματιά που εγκλωβίζει το θεατή , στο «θέαμα», αποκλείοντας αμέσως τη φαντασία , που μπορεί να επιστρατεύσει ένας αναγνώστης ,πλάθοντας τους δικούς του κόσμους , και τους δικούς του ήρωες , όπως αιχμαλωτίζονται στο μυαλό και στη σκέψη του με την πρώτη στιγμή της ανάγνωσης των σωματικών περιγραφών , του προσώπου , του διακόσμου , ακόμα και της χρωματικής χροιάς , που αναμφίβολα δρα πολλές φορές καταλυτικά στην φαντασιακή και την ψυχολογική κατανόηση και αντίληψη της ζωής , σε ένα συγκεκριμένο άτομο . Οπότε , το στοίχημα στη συγκεκριμένη περίπτωση ,δηλ. τη μεταφορά ενός βιβλίου στη μεγάλη οθόνη είναι η επέκταση ,πέρα από την αφήγηση και ο φωτισμός κάποιων πτυχών ,κυρίως της αισθητικής της φιλοσοφικής προσέγγισης , του σκηνοθέτη , ώστε να προβάλλει τη δική του πλευρά , να μετουσιώσει τη φαντασία του ,και το πως ακριβώς «ονειρεύτηκε» την ιστορία ,το περιβάλλον τους ήρωες , πως αντιλήφθηκε τα νοήματα ,την επίπτωση και τη σημαντικότητα που είχαν γι’ αυτόν , την επίδραση τους στην καθημερινότητα , την ιδιοσυγκρασία του , φιλτράροντας πάντα μέσα από την προσωπική του έννοια της αισθητικής και της απόδοσης αυτής . Το “Blindness” ,είναι η απόπειρα της μεταφοράς του λιτά συγκλονιστικού βιβλίου «Περί Τυφλότητος» του Ζοζε Σαραμάνγκου,στη μεγάλη οθόνη .Το αποτέλεσμα , ευθύς εξαρχής ,θα είναι κατά της οποιασδήποτε κινηματογραφικής ταινίας ,και αυτό το σκεπτικό και τον απεριόριστο σεβασμό προς το βιβλίο πρέπει να θέτει ως σημείο εκκίνησης ο κάθε σκηνοθέτης , ακόμα και ο πιο καταξιωμένος ,ιδιαίτερα σε ένα μυθιστόρημα Νομπελίστα ,διότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας όσο και υποτιμημένο να φαντάζει ,από τους κινηματογραφόφιλους , σίγουρα δεν είναι Όσκαρ , ούτε χρυσή σφαίρα , άρκτος , λεοντάρι και οτιδήποτε άλλο , η ένα βραβείο κοινού , ούτε ακόμα και ένα μπεστ σέλλερ βραβείο βιβλίου . Βέβαια ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης , δεν αποτελεί την εύκολη λεία των εμπορικών μετρήσεων και κοπής εισιτηρίων , οπότε ,αν μη τι άλλο ,ο σεβασμός πρέπει να θεωρείται δεδομένος , καθώς και η συγκεκριμένη οπτική πλευρά που θεωρείται τουλάχιστον ενδιαφέρουσα και από τους κριτικούς αλλά και κατά την προσωπική μου άποψη .Έτσι αυτό που θα πρέπει να περιμένουμε στις αίθουσες , το τελικό αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη διύλιση του «εκρηκτικού» υλικού του μυθιστορήματος του Σαραμάνγκου , διαμέσου του ιδιαίτερου αισθητικού φίλτρου του σκηνοθέτη και να αποτελέσει ,το έναυσμα , την ώθηση στο θεατή να προμηθευτεί το συγκεκριμένο βιβλίο και να προβεί στην ανάγνωση του ,παρ ‘ όλη την συγκεκριμενοποίηση που θα έχει υποστεί η φαντασιακή του λειτουργία , εν μέσω της θέασης της κινηματογραφικής ταινίας . Δυστυχώς διαπιστώνουμε ότι η εικόνα έχει επικρατήσει στη εποχή μας , σε σχέση με το λόγο , τη γραφή ,το εύπεπτο έχει υποκαταστήσει το ουσιαστικό ,η επιφάνεια , τον εσωτερικό κόσμο ,όμως δεν θέλουμε να φανούμε απαξιωτικοί απέναντι στην εικόνα , αλλά να τονίσουμε και τη σημαντικότητα της φαντασίας , όχι αυτής των R.P.G. , αλλά της εποικοδομητικής και ευεργετικής φαντασίας που αρχίζει να εκλείπει μέρα τη μέρα από τη ζωή των ανθρώπων ,με την εικόνα να εγκλωβίζει αυταρχικά ,να υποβάλλει , να αυθυποβάλλει και να καθυποβάλλει και τελικά να βάλλει κατά της ψυχής του ανθρώπου , να κατατρώει τους συναισθηματικούς ιστούς του , να καθορίζει και να ορίζει τις ιδέες και τα «πιστεύω» και να επιβάλλεται στον υπερπολύτιμο Λόγο . Με αποτέλεσμα να έχουμε προτιμήσεις : Τηλεόρασης αντί Ραδιοφώνου ,Τραγουδοποιίας αντί Ποίησης ,Κινηματογράφου αντί Λογοτεχνίας (Βιβλίου) , ενώ θα έπρεπε όλα αυτά να συνυπάρχουν αρμονικά ,με έφεση προς τις μορφές που δεν περιέχουν την εικόνα , και όχι να αντικαθιστούν ,η καλύτερα ,να υποκαθιστούν αλλήλα . Φυσικά ενυπάρχει πάντα ο κίνδυνος της παρανόησης των γραφέντων , ότι δηλαδή το μόνο πλεονέκτημα του βιβλίου , είναι ο μη περιορισμός της φαντασίας , και αν αυτό συμπεραίνεται τότε θα αποτελεί μια μεγάλη αναλήθεια . Ένα συγγραφικό λογοτεχνικό έργο αξίας , εγείρει τόσο μεγάλα ζητήματα ,περί των πτυχών της ζωής ,τέτοιες υπαρξιακές αναζητήσεις ,ώστε αποτελεί ένα αυτόνομο και «αυτόφωτο» πυρσό αναζήτησης ,διαλεκτικής και ενεργοποίησης της σκέψεως ,αναμεμιγμένο με πυρακτωμένο μάγμα συναισθημάτων που δημιουργούν ανεπούλωτες πληγές στο μαλακό υπογάστριο της αδιαφορίας και της ψυχικής αναισθησίας που διακρίνει τη σημερινή μορφή της ζωής μας .Και πάλι δεν είναι της αρμοδιότητας μου να κατορθώσω να αναλύσω όλες τις αισθητηριακές μορφές που εγείρουν τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα . Κάτι βεβαίως που επιτυγχάνει και μια κινηματογραφική ταινία αξίας , όμως σίγουρα όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό και όχι τόσο πολυεπίπεδα και πολυδιάστατα σε σχέση με το λογοτεχνικό συγγραφικό έργο . Επίσης , πολλοί ίσως περίμεναν στη παραπάνω αναφορά των προτιμήσεων , να αντιπαραβληθούν , το βίντεο κλιπ σε σχέση με το τραγούδι ,δηλ εικόνα απέναντι στον ήχο - λόγο . Ό λόγος όμως που αναφέρονται , η ποίηση έναντι του τραγουδιού , έγκειται στο γεγονός ότι η μελοποίηση ενός ποιητικού έργου έχει ως αποτέλεσμα την υποχρεωτική συγκεκριμενοποίηση του λόγου στον καθορισμένο ήχο και αποτελεί άλλο ένα ψυχικό εγκλωβισμό του λόγου ,που χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη και την εμπειρική ιδιότητα του ανθρώπου , με συνέπεια ,κάθε φορά που γίνεται η ανάγνωση ενός ποιήματος που ήδη έχει μελοποιηθέι ,να ταυτίζεται στην συνείδηση με ένα συγκεκριμένο μουσικό θέμα , ταύτιση που να επηρεάζει την ικανότητα πρόσληψης του Λόγου , ανάλογα με τη μουσική προτίμηση του εκάστοτε ατόμου ,δημιουργώντας άμεση προκατάληψη απέναντι στο «αθώο» συγγραφικό κείμενο. Παράδειγμα , η ποίηση του Νίκου Καββαδία όπως έχει μελοποιηθεί από το Θάνο Μικρούτσικο ή του Κώστα Καρυωτάκη από άλλους συνθέτες και πλείστα άλλα παραδείγματα , τα οποία ναι μεν συνέβαλαν στην ευληψία του λόγου από το υποκείμενο ,εντούτοις προκάλεσαν «δυσπεψία» στους μη εξοικειωμένους στο συγκεκριμένο ήχο και συνειδησιακά ταύτισαν το ηχητικό μέρος με το νόημα και το συναίσθημα του λόγου . Από την άλλη , η συνεχόμενη τάση προς «ευληψία» , οδήγησε πολλούς , κατ ‘ εμέ ,υπο άλλες συνθήκες ποιητές να θεωρούνται απλά τραγουδοποιοί στιχουργοί ,ακόμα και τραγουδιστές ,π.χ. Άλκης Αλκαίος , Γιάννης Αγγελλάκας και πολλοί άλλοι , που αν η τάση της εποχής δεν ήταν η «ευληψία διαμέσω του ήχου» , θα θεωρούνταν υπέροχοι ποιητές , και δεν μπορώ να διαχωρίσω την αξία ενός «στίχου» από την αξία ενός ποιήματος , μόνο και μόνο επειδή θεωρείται «στίχος» αφού συνοδεύει ή , συνοδεύεται από , ένα ηχητικό μέρος. Ειδικά για το δεύτερο , πιστεύω πως είναι ένας από τους τελευταίους μεγάλους συμβολιστές ποιητές της εποχής μας ,στην Ελλάδα , αυτό όμως ποιος θα το κρίνει άραγε ; Μόνο η ιστορία ….

2 σχόλια:

evaversus είπε...

http://www.poiein.gr/

Ανώνυμος είπε...

http://www.poiein.gr/